Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Μέσα στα μπουντρούμια του νού φιλάκισα κάτι ξεχασμένα όνειρα,
λίγοι πυρσοί τα φώτιζαν ακόμη να δηλώνουν μια ζωή ρημαγμένη
από τα πρέπει από τα μη,από την υποκρισία από την ψευτιά το έγκλημα.
Πουλήσανε την ζωή μου σε ένα φτηνοπάζαρο χωρίς να με ρωτήσουν,
χωρίς να σκεφτούν το μερτικό μου,και εγώ που αφέθηκα
σαν ένα φυλλαράκι που παραδέρνει στους διαδρόμους,
από του γιατί τον παγωμένο αέρα.
Εξω ακούγεται το αλάχτισμα των αγριμιών του τέλους,
και δεν υπάρχει εκεί ψηλά ένα αστέρι να καρφώσω την ελπίδα.
Ένα σπίρτο αναζητώ,ένα μπουρλότο,ένα ολοκαύτωμα,δεν μπορεί,
από κάτω θα γλυτώσει μια ριζούλα για να βγάλει καινούργιο ανθάκι,
δεν μπορεί,κάποιοι θα γλυτώσουν να καρφώσουν τις ελπίδες στα αστέρια
στον καινούργιο ουρανό.

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

ΟΤΑΝ

Οταν η θλίψη πριονίζει την ψυχή,
φέρε στους διαδρόμους του νού τα νούφαρα
που πάντοτε κοιτούν τον ήλιο.
Όταν φουρτουνιάζει η ζωή
να ξέρεις πως τα απάνεμα λιμάνια
δεν μπορει να τα κτυπήσει,
εκεί μερεύει,εκεί πήγαινε.
Μη ζητάς ποτέ σου ρέστα από την ζωή,
μπορεί κατάμουτρα να σου τα πετάξει,
με χουβαρνταλίκι πλήρωσε τα μεροκάματά της
μην της τσιγκουνεύεσαι,
πάντα ζητάει ότι της αξίζει.
Όταν ματώνουν τα χείλη σου
γιατί να την φιλίσεις έσκυψες,
να ξέρεις πως η αγάπη και η ομορφιά
είναι κρυμένη πολλές φορές στα τριαντάφυλλα
που έχουνε αγκάθια.
Όταν η ερημιά του έρωτα
σκοτεινιάζει το ηλιοβασίλεμα,
είναι γιατί το λουλούδι του το άφησες να μαραθεί,
θάρεψες πως από μόνο του ανθίζει,
λάθος,την έγνοια σου πάντοτε αναζητά.
Όταν αφήνεσαι στα κύματα του πάθους,
έτοιμος να έισαι τα ξεβρασμένα
να μαζέψεις κουφάρια του,
και με κείνα να στολίσεις τις ακτές σου
δίνοντάς τα ξανά ζωή με ένα σου χάδι,
έτσι αξίζει της ζωής,πάλεμα.
Όταν σου πάει κόντρα μιά
πήγαινέ την κόντρα δυό εσύ,
κρεμάσου στο φιλί της αγαπημένης,
και τραμπαλίσου μπρός της
έχοντας πίσω σου την άνοιξη,
θα μαλακώσει,ζυμάρι θα γίνει να την πλάσεις,
θα σου δοθεί.
Όταν....αγάπα την μωρέ,αυτό σου ζητάει..

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

MH ΜΙΛΑΣ

Μη μιλάς,
η αγάπη στα λόγια μιά σκυθρωπή είναι ανατολή,
ένα σακατεμένο ελάφι στην κορυφή του βουνού,
καρπός του εφήμερου,
λουλούδι που δεν θα ανθίσει ποτέ,
αγάπη είναι η λατρεία του χαδιού,
η μεταλαβιά της ζωής από την ανάσα,
το ζέσταμα του κόρφου να δεχτεί χωρίς βαρυγκόμια,
εκείνη που στο σκοτάδι της απελπισίας
ανάβει φαναράκια διαφυγείς,
εκείνη που μπορεί να υψώσει αλεξικέραυνα στους κεραυνούς.
Μη μιλάς,
η αγάπη σταματάει στα χείλη,δεν βγαίνει έξω,
εκεί γεύεται το νέκταρ της και μερεύει την ψυχή,
η αγάπη δεν θέλει τυμπανοκρουσίες μηδέ ντελάληδες,
η αγάπη θέλει γλυκοψυθίρισμα στην καρδιά,
εμπιστοσύνη στην υπέρβαση,στο δόσιμο,στο χωρίς ανταμοιβή.
Μη μιλάς,
αγάπη είναι να προστατεύεις από τις καταπατήσεις
τις ξέφραγες ψυχές,
να προλαβαίνεις τα όνειρα,
έτοιμα να έχεις τα θέλω τους,
αγάπη είναι να βάζεις το χέρι σου για μαξιλάρι.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

ΚΛΑΙΣ;

Γκρεμσμένη γέφυρα,
θέαμα αποτρόπαιο,
αδιέξοδο,απόγνωση,
μοναχά ο νούς περνά απέναντι,και η ψυχή.
Γκρεμισμένη γέφυρα,
δυό κομάτια αυτή,μύρια οι ζωές μας.
Στέκεις απέναντι,στέκω εδώ,
και το φαράγγι του χωρισμού χάος.
Σε κοιτώ,κλαίς ή μου φαινεται;
Κλαίω μήπως εγώ,και βλέπω τα δικά σου μάτια δακρυσμένα;
Όχι δεν είναι βροχή αφού ζούμε μέσα στηνκαταιγίδα.
Ξεχωρίζουν τα δάκρυα από την βροχή,
ποιό βαριά είναι,κουβαλούν πάνω τους τον πόνο,
και μιά περίεργη έχουν γεύση,
αυτή της θλίψης που είναι κάτω από τα χαμηλωμένα βλέφαρα,
και σημαδεμένα είναι με τα ραγίσματα της καρδιάς.
Κλαίς,γκρεμισμένη γέφυρα,
αποκόπηκε η ζωή από το αύριο,
και το τώρα ένα διαρκές μαρτύριο.
Το βλέπω κλαίς,κλαίω και εγώ,
γι αυτό τέντωσε το χέρι σου,
το ίδιο κάνω και εγώ να στενέψουμε το βάραθρο,
ξεκινάμε προς την ίδια κατεύθηνση,
πάμε,κάπου τελειώνει αυτό,
εκεί στο κάπου θα ανταμώσουμε,
το αδύνατο η αγάπη το κάνει δυνατό,
εκεί η αγκαλιά,εκεί το όνειρο,εκεί η ζωή.
-Κλαίς;
-Ναι είναι δάκρυα χαράς αγάπη μου.

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

ΕΙΠΕΣ ΘΑ ΡΘΕΙΣ

Είπες θα ρθείς,και εγώ χάραξα καινούργιους δρόμους στους ουρανούς της προσμονής,
σκόρπισα λούλουδα για να πατάς,και λαμπιόνια τους έκανα τα αστέρια.
Είπες θα ρθείς,και ίανα όλες της πληγές της καρδιάς,ήθελα ολάκερη-κατάγερη να είναι δικιά σου,να στίβει τις ρόγες της ζωής και να σε μεθάει με το κρασί της.
Είπες θα ρθείς,και έκλεισα την ψυχή μου στο φιλί,με το πρώτο σμίξιμο να στην χαρίσω,
μακριά σου δεν την χρειάζομαι,κοντά σου από σένα θα ανασαίνω.
Είπες θα ρθείς,και έτρεξα να προλάβω όλες τις ανατολές για να τις δώσω την μορφή σου,και σε όλα τα δειλινά τα δικά σου βλέφαρα να βάλω που θα κλείνουν αργά-αργά την μέρα,ανοίγοντας μέσα τους παραδεισένιες νύχτες του έρωτα.
Είπες θα ρθείς,και εγώ έκλεψα τα στραφτάλια της θάλασσας,να τα βάλω στολίδια στα μαλιά και στο γυμνό κορμί σου,έτσι όπως ο πόθος θα ζωγραφίζει πάνω τους στα φεγγαρολουσίματα του έρωτα.
Είπες θα ρθείς,δεν ήρθες κι απόμεινε μοναχά η πινελιά της ομορφιάς σου στον έρημο κόσμο μου,ας είναι,έστω και έτσι του έδωσες ζωή,έστω για λίγο,έστω για πολύ,έστω για πάντα,της αληθινής αγάπης της πρέπουν προσμονές,της πρέπουνε θυσίες...

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Η ΠΛΑΝΗ

Σφίγγω τα χέρια μου μπρός μου,δεν φορώ πανοφόρι,δεν μου απέμεινε,κουλουριάζομαι να μην κρυώνω,και είναι μεσοκαλόκαιρο.Τι θα κάνω τον χειμώνα;ίσως τότε αν έρθει αυτή που καρτερώ,αν την αγάπη βρώ,να βγώ γυμνός στους δρόμους,τώρα όμως κρυώνω,κτυπούν τα δόντια μου από απαγοήτευση,από απελπισία.
Πλανήθηκα από την ζωή,μου έταξε ταξίδια και σε αδιέξοδα με οδήγησε,από την αγάπη πλανήθηκα,έριξε μαύρο πέπλο στο φως των ματιών της,και σκοτείνιασε τον δικό μου κόσμο,και ούτε και ο έρωτας μου στάθηκε,μου έταξε αστέρια,και γέμισε την αγκαλιά μου αποκαίδια.
Κρυώνω,κρυώνω πολύ,προδόθηκα από φίλους,εχθρούς φρόντισα να μην έχω,άλλωστε μόνο οι φίλοι έχουν το προνόμιο να σε προδόσουν,χειμώνας,παγωνιά στην ψυχή,δεν υπάρχουν ορίζοντες ηλιοβασίλευτοι,παρά μόνο ματωμένοι ορίζοντες,που να γυρίσω,πόλεμοι,φόνοι,φρίκη,όλεθρος,πως να σπάσω τις πέτρες μου,και να τις κάνω γόνιμη γή.
Κάποτε το καλό μου έκλεισε το μάτι,δεν ήξερα ότι με περιέπαιζε,νόμιζα πως το έκανε γιατί ήθελε να γίνει συννένοχός μου,πλάνη,πλάνη του κερατά,που φύτρωσε το καλό ώστε να το βρώ εγώ στον δρόμο μου.
Πλάνη,πλάνη οικτρά,νόμιζα ότι ανέμιζε η χαίτη των ονείρων μου πετώντας σε ποθεμένους ουρανούς,μα ήτανε σκέψεις σκαστές-μικρές,απαλειφάδια τους,θέλω που δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν.
Σφίγγω,σφίγγω τα χέρια μου στο στήθος μου,κρυώνω κατακαλόκαιρο,σε φέρνω και σένα μπρός μου,σε σφίγγω πάνω μου,έχω ανάγκη την ανάσα σου να ζεσταθώ,τα χέρια μου πλέκω στα δικά σου για να μπορώ να κρατηθώ,στο χαμόγελο απο τα ζωγραφισμένα χείλη σου το κουράγιο μου αναζητώ,μη γίνεις και εσύ αγαπημένη μου της πλάνης μου προσωπογραφία,πάρε της ελπίδας την μορφή..

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

ΕΚΤΩΡΑΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Έδεσες πίσω απο το άρμα σου τον πληγωμένο έρωτα,και τον έσυρες στου χωρισμού τους δρόμους,με σαιτιές τον πλήγωσες του πρέπει,και με σπαθιές του τέλους.
Ξέπνοο σχεδόν τον άφησες στου αχέροντα την άκρη,μα κείνος κεί στην άκρη της αβύσσου άπλωσε το χέρι του και πιάστηκε από ένα τόσο δά ανθισμένο λουλουδάκι,και κείνο που άμοιρο το νόμιζες,είχε την δύναμη να τον σώσει από τον γκρεμό.Τις ρίζες του έβαλε βαθειά το βάρος του να αντέξει,
ίσιωσε τον βλαστό του να πιαστεί,τα φυλλαράκια του άνοιξε πλατειά σα χάδι να τον σκεπάσει,την ευωδιά του έκανε ανάσα της ζωής του.
Μέγάλη προσφορά ζωής από ένα τοσοδούλι λουλουδάκι.
Κράτα τον ταπεινό,μπορεί να είναι βασιλιάς,το χέρι σου δώσε στον πεσμένο,μπορεί αύριο να θές εσύ το δικό του χέρι,εκεί πήγαινε που σε καρτερούν,μίλα με τους άλλαλους,στους αδικημένους δώσε δύναμη,ξεφτέλισε τους δήθεν δυνατούς,φοβισμένα γίνονται ανθρωπάκια που τρέχουν να κρυφτούν μόλις τους βγάλεις την ταμπέλα.
Ένα παραμύθι η ζωή με δράκους και νεράιδες.
Ξέλυσε αγαπημένη μου τα άλογα,θα βρώ τρόπο εγώ να γιάνω τις πληγές μου,με την ζωή έχω γινάτι,και συ απλά χαμογέλασε αν θέλεις και σένα να φιλήσει.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

ΩΣ ΕΔΩ

Κατασκευασμένα φοβισμένα ανθρωπάκια,πίσω από τις κουρτίνες κρυμένα,με τις πατούσες να προεξέχουν από κάτω,κοιτούν ανήμπορα το αλισβερίσι που γίνεται μπρός τους για την ζωή τους,κοιτούν με τρόμο αυτούς που χρόνια τώρα τους κορόϊδευαν,και στήσανε λαιμητόμους στο αύριό τους,αφαιρώντας ζωή από τα παιδιά τους.Τώρα τους έχουν βάλει σε ένα βαρέλι με βρωμιές και προσπαθούν να κλείσουν το καπάκι.Γελάστηκαν όμως,η ζωή έχει αρώματα δυνατότερα απο την δυσωδία τους,και η υπομονή όταν μεθάει από απελπισία,ανεξέλεκτη γίνεται,τότε μπαίνει μπροστά η καρδιά και κάνει με το έτσι θέλω το αύριο δικό της,ένα αύριο ολότελα δικό της που στις άκρες του έχει περιθώρια ονείρων,και στις σελίδες του υπογραμισμένες ελπίδες.

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

ΤΕΡΜΑ ΤΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ

Ξενυχτάμε τα πεθαμένα μας όνειρα κάθε βράδυ.
Θρηνούμε τις μισές ζωές μας,αυτές τις χωρίς γέλιο,χωρίς ελπίδα.
Κόμπος το στομάχι από την αγωνία.
Θα ξημερώσει;,αν ναι πως,τι θα μας βρεί τι μας περιμένει.
Κόψαν τα σχοινιά από τους χαρταετούς μας.
Περιμένουν πότε θα γκρεμοτσακιστούμε.
Ακονίζουν τα μαχαίρια στα κόκκαλά μας,
ύστερα χαράζουν τις ψυχές μας.
Ένας,δύο,τρείς,εκατό,χιλιάδες στην εξαθλίωση,στην πείνα,τον χαμό.
Τι τους νοιάζει,ράψαν τα κουστούμια τους στα μέτρα των ανοχών μας
από της καρδιάς μας το μετάξι.
Τώρα περιφέρονται λόρδοι,και νοιάζονται λέει για μας,
ψεύτες και υποκριτές.
Ίσαμε τα τώρα κράταγαν το αλαβάστρινο μπαστουνάκι τους κάτω στην μασχάλη,
ότι τάχαμου κάποιοι είναι,και μας φοβέριζαν με αυτό,οι γελοίοι.
Τώρα είναι καιρός,ήρθε ο καιρός,να κρατήσουμε εμεις την δικιά μας μαγγούρα
με τους ρόζους τους χοντρούς.
Τέρμα τα μοιρολόγια,ο θάνατος τελείωσε,αρχίζει η ζωή.
Αυτή η ταπεινή,η γνήσια που ονειρευτήκαμε.
Αυτή με τις καλημέρες,τις ανοιχτές αγκαλιές,το σώσιμο το νοιάξιμο.
Αυτή με τις ανοιχτές αυλές,αυτή της παρέας, του άντε φίλε στην υγειά μας,
φίλε,να λές φίλε,και να βγαίνει από τα σπλάχνα σου η λέξη.
Τέρμα τα μοιρολόγια,όχι άλλο χώρο στους ανάξιους.
Πήραν το φιλότιμό μας για αδυναμία.
Ξεχνούν ότι το φιλότιμο θέλει καρδιά,και την καρδιά την έχουνε στα στήθεια τους
αυτοί που τόχουν.
Σαν πάψει να λαθεύει η καρδιά,τότε βγαίνει μπροστά,πολεμάει και νικάει.
Καιρός να αφήσουμε τα καραβάκια μας να ταξιδέψουν με τα λευκά πανιά.
Θα την μερέψουμε την θάλασσα.
Ένα κουπί εσύ,ένα εγώ,όλοι μαζύ,εεεόπ θα πιάσουμε στεριά.
Πρώτα όμως να βουλιάξουμε τα λάθη μας,να ρίξουμε στην θάλασσα τα έρμα.
Κοίτα βγαίνει η ανατολή,κι από εκεί,κι από κεί,κι από κεί,
από χιλιάδες μεριές,
δεν θα τον σκοτεινιάσουν αυτοί τον κόσμο μας,
εεεεεόπ με όλη μας την δύναμη.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

ΤΑ ΣΤΕΦΑΝΑ

Έφυγες και μιά σιγαλιά απλώθηκε ως της ζωής μου τα πέρατα,δεν υπάρχει ούτε ψύθιρος να κανακέψω τα όνειρα,ούτε φτερά για να τα ταξιδέψω.Βουβά και τσακισμένα όλα,ακρωτηριασμένα από τον πόλεμο με την μοναξιά.
Κρυστάλινο ποτάμι το γέλιο σου πότιζε την εύφορη κοιλάδα της καρδιάς μου,τώρα έγινε έρημος με τα καμένα δένδρα των πόθων να υψώνονται σαν σκιάχτρα για να θυμίζουν πως εδώ κάποτε έσπερνε τους σπόρους της η ζωή.
Σαν ισοβίτης τώρα περιφέρομαι στον αυλόγυρο των αναμνήσεων,τότε που το χαμόγελο άνθιζε στα χείλη,να κλέψω λίγη παρηγοριά παρακαλώντας να μου δοθεί χάρη,χάρη από την αγάπη,χάρη από τον έρωτα,χάρη από την ζωή,ήθελα να σπάσω τον σιδερόφραχτο φράχτη του γιατί,των συνθηκών,του πρέπει,να δραπετεύσω και να τρέξω γυμνός από όλα ετούτα και να σε ανταμώσω,να ξαναγεμίσει η ζωή μου με μελωδίες,με ήλιους,με φεγγάρια,ξανά να παντρευτώ με την ΖΩΗ,να της φορέσω τα στέφανα της ευτυχίας,να σε φορέσω τα στέφανα της ζωής αγάπη μου.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

...να χαλαρώσω την θηλειά από τον λαιμό..
Στο ακρωτήρι του πόθου απομείναμε οι δυό μας,
αγνάντι στο πέλαγος του πάθους
να παίζουμε με τις χάρες της ζωής.
Μόνοι στην ερημιά του παραδείσου,
-ναι έχει και ερημιές ο παράδεισος-,
-παράδεισος ο βραχότοπος?-,παράξενο,
ξημερώναμε τις μέρες μας στις αγκαλιές του έρωτα.
Ακούγαμε της ηδονής τον φλοίσβο και το ψυθίρισμα της αγάπης
με κάθε κυματάκι που έσκαγε στο πλάϊ μας.
Σε είχα ανακυρίξει βασίλισσα της καρδιάς μου,
και εγώ ταπεινός υπηρέτης έκλεβα την αύρα και την έκανα ανάσα σου,
στόλιζα με τις πρωϊνές ηλιαχτίδες τα μαλιά σου ενώ σε κράταγα
γυμνή ακόμη στην αγκαλιά μου μετά την πανδαισία της νύχτας.
Πόσο όμορφη ήσουν αγάπη μου,νεράϊδα ομορφοφορεμένη μοναχά από χάδια
του έρωτα,και στολισμένη με τα ίχνη της λεηλασίας των φιλιών στο κορμί σου.
Γαληνεμένη φώλιαζες στην αγκαλιά μου,και βλέπαμε μαζύ τον πυρωμένο ήλιο
να φλογίζει την θάλασσα με το κόκκινο του πάθους του μετά από το δικό του
ξενύχτι με το φεγγάρι.
Κείνη ήταν η ώρα της ευτυχίας,που μας βρήκε γυμνούς ακουμπισμένους στο προσκέφαλο
του κρεβατιού να σε τυλίγω ολάκερη με τα χέρια μου,έτσι όπως καθόσουν ανάμεσα στα πόδια μου,και να σου λέω σ'αγαπώ σαν καλημέρα.
Ένα καταφύγιο,ένα κρεβάτι,και πολύ αγάπη είναι ΖΩΗ.

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

ΤΟ ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΟ

Πήρες μαζύ σου τον ήλιο από την αυγή μου σαν έφυγες,ξεκρέμασες τα όνειρά μου από του έρωτα τον μαγικό τον κόσμο,και τ'άφησεςστο σκοτεινό δωμάτιο της μοναξιάς,εκεί δεν φέγγουν,δεν λαμπυρίζουν,δεν υπάρχουν.
Το ξέρεις,κείνο το χρώμα που είχε το φεγγάρι,και που από τα μάτια σου το είχε πάρει,τώρα πήρε το μώβ της θλίψης,και κείνη η ζωγραφιά στο πρόσωπό του που το αντιφέγγισμά σου ηταν,τώρα φαντάζει μουτζούρα της απόγνωσης.Θυμάσαι,τα βράδυα της πανσέληνου κείνη την σταγονίτσα-διαμαντάκι που κρέμονταν στο πλάϊ του και που ήταν το δάκρυ της χαρά σου,ε.. τώρα έγινε βροχή της απουσίας στη μαραζωμένη μου καρδιά.
Ξέρεις καλή μου κεί έξω κάηκαν τα στάχυα μαζύ με τις χαρές του κόσμου,μήτε ψωμί υπάρχει,μήτε ελπίδα,περίσσεψαν οι σφαίρες και οι αγωνίες,που βρέθηκε αλήθεια τόση παραγωγή κακών,εγώ είχα το χαμόγελό σου παρηγοριά και δύναμη,τώρα απόμεινα τρελός ονειροπόλος,να προσπαθώ να απλώσω το μετάξι της αγάπης πάνω στις πληγές που άνοιξαν οι μπόμπες σε γή και σώματα,χωρίς εσένα δεν θα τα καταφέρω αγάπη μου.
Έβλεπα το είδωλο του φεγγαριού γυμνό στη λίμνη του πόθου,και ήσουν εσύ ολόγυμνη θεά να λούζεσαι στα ασημένια νερά του έρωτα χωρίς ντροπές.Έφτιαχνες γύρω σου κύκλους ηδονής που μεγαλώνοντας σβήναν στην αγκάλη μου,τώρα ανταριασμένη είναι η λίμνη από το θεριό του χωρισμού.Πως να τον μερέψω;αγρίεψαν και οι άνθρωποι τριγύρω,
χαθήκανε οι καλημέρες,από που να ζητήσω βοήθεια,όλοι με γυρισμένες πλάτες,εγώ κράταγα το χέρι σου,και κράταγα ολάκερο τον κόσμο,έπαιρνα το χαμόγελό σου και το έκανα σπορά στις χαρές του κόσμου,άνυδρα τώρα όλα,έρημος που την διαβαίνουν μοναχά μοναχικοί διαβάτες.
Θυμάσαι τότε το παιχνίδι με τις παρουσίες,κρατάγαμε το τετράδιο της ζωής στα χέρια μας και φωνάζαμε:
Έρωτας..Παρών,
Αγάπη..Παρούσα,
Πόθος..Παρών,
Ηδονή..Παρούσα,
Πάθος..Παρόν,
Λαχτάρα..Παρούσα,
Πόνος..Απών,
Θλίψη..Απούσα,
ΖΩΗ.. ΠΑΡΟΥΣΑ,
τώρα αγάπη μου μοναχά ο πόνος και η θλίψη δίνουνε παρών,και η ΖΩΗ ΑΠΟΥΣΑ..
όμως δές,δές εκείνους τους άσπρους κύκλους γύρω από το φεγγάρι,τα στέφανά μας είναι,θα τα φορέσει στα μαλιά μας για να ξαναφωνάξουμε πως είμαστε της ζωής παρόντες.

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

ΔΕΝ ΕΦΥΓΑ

αποσ.Δεν έφυγα,απλά δεν πρόλαβα,μικρό το σάλτο μου,έφυγε το καράβι μου και απόμεινα ξωπίσω.
Δεν έφυγα,απλά σήκωσε ποιό νωρίς την άγκυρα,και έφυγε χωρίς εμένα,εμένα με κράτησαν πίσω του χρόνου οι αλυσίδες.
Δεν έφυγα,απλά γέμισε νωρίς με ταξιδιώτες της χαράς,δεν χώραγε λέει μοναχικούς που κουβαλούν στην πλάτη τους μπαγάζια μοναξιάς.
Δεν έφυγα,απλά έχασα τον δρόμο,τον σκέπασε η ομίχλη του χθές,και δεν μου φανέρωσε τους δρόμους του αύριο.
Δεν έφυγα,απλά θαλασσοδάρθηκα,πότε άφταιγος ναυαγός,πότε φταίχτης καπετάνιος,μα ποτέ παραιτημένος,τώρα,τώρα όμως τα κουράγια μαζέψαν τα πανιά τους,και πως να ταξιδέψω.
Δεν έφυγα,απλά μου τέλειωσαν οι ανατολές,σφάλισες εσύ τα βλέφαρα,και σκοτείνιασες τον κόσμο μου.
Δεν έφυγα,κάνε μου ένα ματάκι,να ξαναγυρίσω στην ζωή..