Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

ΕΙΠΕΣ ΘΑ ΡΘΕΙΣ

Είπες θα ρθείς,και εγώ χάραξα καινούργιους δρόμους στους ουρανούς της προσμονής,
σκόρπισα λούλουδα για να πατάς,και λαμπιόνια τους έκανα τα αστέρια.
Είπες θα ρθείς,και ίανα όλες της πληγές της καρδιάς,ήθελα ολάκερη-κατάγερη να είναι δικιά σου,να στίβει τις ρόγες της ζωής και να σε μεθάει με το κρασί της.
Είπες θα ρθείς,και έκλεισα την ψυχή μου στο φιλί,με το πρώτο σμίξιμο να στην χαρίσω,
μακριά σου δεν την χρειάζομαι,κοντά σου από σένα θα ανασαίνω.
Είπες θα ρθείς,και έτρεξα να προλάβω όλες τις ανατολές για να τις δώσω την μορφή σου,και σε όλα τα δειλινά τα δικά σου βλέφαρα να βάλω που θα κλείνουν αργά-αργά την μέρα,ανοίγοντας μέσα τους παραδεισένιες νύχτες του έρωτα.
Είπες θα ρθείς,και εγώ έκλεψα τα στραφτάλια της θάλασσας,να τα βάλω στολίδια στα μαλιά και στο γυμνό κορμί σου,έτσι όπως ο πόθος θα ζωγραφίζει πάνω τους στα φεγγαρολουσίματα του έρωτα.
Είπες θα ρθείς,δεν ήρθες κι απόμεινε μοναχά η πινελιά της ομορφιάς σου στον έρημο κόσμο μου,ας είναι,έστω και έτσι του έδωσες ζωή,έστω για λίγο,έστω για πολύ,έστω για πάντα,της αληθινής αγάπης της πρέπουν προσμονές,της πρέπουνε θυσίες...

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Η ΠΛΑΝΗ

Σφίγγω τα χέρια μου μπρός μου,δεν φορώ πανοφόρι,δεν μου απέμεινε,κουλουριάζομαι να μην κρυώνω,και είναι μεσοκαλόκαιρο.Τι θα κάνω τον χειμώνα;ίσως τότε αν έρθει αυτή που καρτερώ,αν την αγάπη βρώ,να βγώ γυμνός στους δρόμους,τώρα όμως κρυώνω,κτυπούν τα δόντια μου από απαγοήτευση,από απελπισία.
Πλανήθηκα από την ζωή,μου έταξε ταξίδια και σε αδιέξοδα με οδήγησε,από την αγάπη πλανήθηκα,έριξε μαύρο πέπλο στο φως των ματιών της,και σκοτείνιασε τον δικό μου κόσμο,και ούτε και ο έρωτας μου στάθηκε,μου έταξε αστέρια,και γέμισε την αγκαλιά μου αποκαίδια.
Κρυώνω,κρυώνω πολύ,προδόθηκα από φίλους,εχθρούς φρόντισα να μην έχω,άλλωστε μόνο οι φίλοι έχουν το προνόμιο να σε προδόσουν,χειμώνας,παγωνιά στην ψυχή,δεν υπάρχουν ορίζοντες ηλιοβασίλευτοι,παρά μόνο ματωμένοι ορίζοντες,που να γυρίσω,πόλεμοι,φόνοι,φρίκη,όλεθρος,πως να σπάσω τις πέτρες μου,και να τις κάνω γόνιμη γή.
Κάποτε το καλό μου έκλεισε το μάτι,δεν ήξερα ότι με περιέπαιζε,νόμιζα πως το έκανε γιατί ήθελε να γίνει συννένοχός μου,πλάνη,πλάνη του κερατά,που φύτρωσε το καλό ώστε να το βρώ εγώ στον δρόμο μου.
Πλάνη,πλάνη οικτρά,νόμιζα ότι ανέμιζε η χαίτη των ονείρων μου πετώντας σε ποθεμένους ουρανούς,μα ήτανε σκέψεις σκαστές-μικρές,απαλειφάδια τους,θέλω που δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν.
Σφίγγω,σφίγγω τα χέρια μου στο στήθος μου,κρυώνω κατακαλόκαιρο,σε φέρνω και σένα μπρός μου,σε σφίγγω πάνω μου,έχω ανάγκη την ανάσα σου να ζεσταθώ,τα χέρια μου πλέκω στα δικά σου για να μπορώ να κρατηθώ,στο χαμόγελο απο τα ζωγραφισμένα χείλη σου το κουράγιο μου αναζητώ,μη γίνεις και εσύ αγαπημένη μου της πλάνης μου προσωπογραφία,πάρε της ελπίδας την μορφή..

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

ΕΚΤΩΡΑΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Έδεσες πίσω απο το άρμα σου τον πληγωμένο έρωτα,και τον έσυρες στου χωρισμού τους δρόμους,με σαιτιές τον πλήγωσες του πρέπει,και με σπαθιές του τέλους.
Ξέπνοο σχεδόν τον άφησες στου αχέροντα την άκρη,μα κείνος κεί στην άκρη της αβύσσου άπλωσε το χέρι του και πιάστηκε από ένα τόσο δά ανθισμένο λουλουδάκι,και κείνο που άμοιρο το νόμιζες,είχε την δύναμη να τον σώσει από τον γκρεμό.Τις ρίζες του έβαλε βαθειά το βάρος του να αντέξει,
ίσιωσε τον βλαστό του να πιαστεί,τα φυλλαράκια του άνοιξε πλατειά σα χάδι να τον σκεπάσει,την ευωδιά του έκανε ανάσα της ζωής του.
Μέγάλη προσφορά ζωής από ένα τοσοδούλι λουλουδάκι.
Κράτα τον ταπεινό,μπορεί να είναι βασιλιάς,το χέρι σου δώσε στον πεσμένο,μπορεί αύριο να θές εσύ το δικό του χέρι,εκεί πήγαινε που σε καρτερούν,μίλα με τους άλλαλους,στους αδικημένους δώσε δύναμη,ξεφτέλισε τους δήθεν δυνατούς,φοβισμένα γίνονται ανθρωπάκια που τρέχουν να κρυφτούν μόλις τους βγάλεις την ταμπέλα.
Ένα παραμύθι η ζωή με δράκους και νεράιδες.
Ξέλυσε αγαπημένη μου τα άλογα,θα βρώ τρόπο εγώ να γιάνω τις πληγές μου,με την ζωή έχω γινάτι,και συ απλά χαμογέλασε αν θέλεις και σένα να φιλήσει.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

ΩΣ ΕΔΩ

Κατασκευασμένα φοβισμένα ανθρωπάκια,πίσω από τις κουρτίνες κρυμένα,με τις πατούσες να προεξέχουν από κάτω,κοιτούν ανήμπορα το αλισβερίσι που γίνεται μπρός τους για την ζωή τους,κοιτούν με τρόμο αυτούς που χρόνια τώρα τους κορόϊδευαν,και στήσανε λαιμητόμους στο αύριό τους,αφαιρώντας ζωή από τα παιδιά τους.Τώρα τους έχουν βάλει σε ένα βαρέλι με βρωμιές και προσπαθούν να κλείσουν το καπάκι.Γελάστηκαν όμως,η ζωή έχει αρώματα δυνατότερα απο την δυσωδία τους,και η υπομονή όταν μεθάει από απελπισία,ανεξέλεκτη γίνεται,τότε μπαίνει μπροστά η καρδιά και κάνει με το έτσι θέλω το αύριο δικό της,ένα αύριο ολότελα δικό της που στις άκρες του έχει περιθώρια ονείρων,και στις σελίδες του υπογραμισμένες ελπίδες.

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

ΤΕΡΜΑ ΤΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ

Ξενυχτάμε τα πεθαμένα μας όνειρα κάθε βράδυ.
Θρηνούμε τις μισές ζωές μας,αυτές τις χωρίς γέλιο,χωρίς ελπίδα.
Κόμπος το στομάχι από την αγωνία.
Θα ξημερώσει;,αν ναι πως,τι θα μας βρεί τι μας περιμένει.
Κόψαν τα σχοινιά από τους χαρταετούς μας.
Περιμένουν πότε θα γκρεμοτσακιστούμε.
Ακονίζουν τα μαχαίρια στα κόκκαλά μας,
ύστερα χαράζουν τις ψυχές μας.
Ένας,δύο,τρείς,εκατό,χιλιάδες στην εξαθλίωση,στην πείνα,τον χαμό.
Τι τους νοιάζει,ράψαν τα κουστούμια τους στα μέτρα των ανοχών μας
από της καρδιάς μας το μετάξι.
Τώρα περιφέρονται λόρδοι,και νοιάζονται λέει για μας,
ψεύτες και υποκριτές.
Ίσαμε τα τώρα κράταγαν το αλαβάστρινο μπαστουνάκι τους κάτω στην μασχάλη,
ότι τάχαμου κάποιοι είναι,και μας φοβέριζαν με αυτό,οι γελοίοι.
Τώρα είναι καιρός,ήρθε ο καιρός,να κρατήσουμε εμεις την δικιά μας μαγγούρα
με τους ρόζους τους χοντρούς.
Τέρμα τα μοιρολόγια,ο θάνατος τελείωσε,αρχίζει η ζωή.
Αυτή η ταπεινή,η γνήσια που ονειρευτήκαμε.
Αυτή με τις καλημέρες,τις ανοιχτές αγκαλιές,το σώσιμο το νοιάξιμο.
Αυτή με τις ανοιχτές αυλές,αυτή της παρέας, του άντε φίλε στην υγειά μας,
φίλε,να λές φίλε,και να βγαίνει από τα σπλάχνα σου η λέξη.
Τέρμα τα μοιρολόγια,όχι άλλο χώρο στους ανάξιους.
Πήραν το φιλότιμό μας για αδυναμία.
Ξεχνούν ότι το φιλότιμο θέλει καρδιά,και την καρδιά την έχουνε στα στήθεια τους
αυτοί που τόχουν.
Σαν πάψει να λαθεύει η καρδιά,τότε βγαίνει μπροστά,πολεμάει και νικάει.
Καιρός να αφήσουμε τα καραβάκια μας να ταξιδέψουν με τα λευκά πανιά.
Θα την μερέψουμε την θάλασσα.
Ένα κουπί εσύ,ένα εγώ,όλοι μαζύ,εεεόπ θα πιάσουμε στεριά.
Πρώτα όμως να βουλιάξουμε τα λάθη μας,να ρίξουμε στην θάλασσα τα έρμα.
Κοίτα βγαίνει η ανατολή,κι από εκεί,κι από κεί,κι από κεί,
από χιλιάδες μεριές,
δεν θα τον σκοτεινιάσουν αυτοί τον κόσμο μας,
εεεεεόπ με όλη μας την δύναμη.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

ΤΑ ΣΤΕΦΑΝΑ

Έφυγες και μιά σιγαλιά απλώθηκε ως της ζωής μου τα πέρατα,δεν υπάρχει ούτε ψύθιρος να κανακέψω τα όνειρα,ούτε φτερά για να τα ταξιδέψω.Βουβά και τσακισμένα όλα,ακρωτηριασμένα από τον πόλεμο με την μοναξιά.
Κρυστάλινο ποτάμι το γέλιο σου πότιζε την εύφορη κοιλάδα της καρδιάς μου,τώρα έγινε έρημος με τα καμένα δένδρα των πόθων να υψώνονται σαν σκιάχτρα για να θυμίζουν πως εδώ κάποτε έσπερνε τους σπόρους της η ζωή.
Σαν ισοβίτης τώρα περιφέρομαι στον αυλόγυρο των αναμνήσεων,τότε που το χαμόγελο άνθιζε στα χείλη,να κλέψω λίγη παρηγοριά παρακαλώντας να μου δοθεί χάρη,χάρη από την αγάπη,χάρη από τον έρωτα,χάρη από την ζωή,ήθελα να σπάσω τον σιδερόφραχτο φράχτη του γιατί,των συνθηκών,του πρέπει,να δραπετεύσω και να τρέξω γυμνός από όλα ετούτα και να σε ανταμώσω,να ξαναγεμίσει η ζωή μου με μελωδίες,με ήλιους,με φεγγάρια,ξανά να παντρευτώ με την ΖΩΗ,να της φορέσω τα στέφανα της ευτυχίας,να σε φορέσω τα στέφανα της ζωής αγάπη μου.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

...να χαλαρώσω την θηλειά από τον λαιμό..
Στο ακρωτήρι του πόθου απομείναμε οι δυό μας,
αγνάντι στο πέλαγος του πάθους
να παίζουμε με τις χάρες της ζωής.
Μόνοι στην ερημιά του παραδείσου,
-ναι έχει και ερημιές ο παράδεισος-,
-παράδεισος ο βραχότοπος?-,παράξενο,
ξημερώναμε τις μέρες μας στις αγκαλιές του έρωτα.
Ακούγαμε της ηδονής τον φλοίσβο και το ψυθίρισμα της αγάπης
με κάθε κυματάκι που έσκαγε στο πλάϊ μας.
Σε είχα ανακυρίξει βασίλισσα της καρδιάς μου,
και εγώ ταπεινός υπηρέτης έκλεβα την αύρα και την έκανα ανάσα σου,
στόλιζα με τις πρωϊνές ηλιαχτίδες τα μαλιά σου ενώ σε κράταγα
γυμνή ακόμη στην αγκαλιά μου μετά την πανδαισία της νύχτας.
Πόσο όμορφη ήσουν αγάπη μου,νεράϊδα ομορφοφορεμένη μοναχά από χάδια
του έρωτα,και στολισμένη με τα ίχνη της λεηλασίας των φιλιών στο κορμί σου.
Γαληνεμένη φώλιαζες στην αγκαλιά μου,και βλέπαμε μαζύ τον πυρωμένο ήλιο
να φλογίζει την θάλασσα με το κόκκινο του πάθους του μετά από το δικό του
ξενύχτι με το φεγγάρι.
Κείνη ήταν η ώρα της ευτυχίας,που μας βρήκε γυμνούς ακουμπισμένους στο προσκέφαλο
του κρεβατιού να σε τυλίγω ολάκερη με τα χέρια μου,έτσι όπως καθόσουν ανάμεσα στα πόδια μου,και να σου λέω σ'αγαπώ σαν καλημέρα.
Ένα καταφύγιο,ένα κρεβάτι,και πολύ αγάπη είναι ΖΩΗ.

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

ΤΟ ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΟ

Πήρες μαζύ σου τον ήλιο από την αυγή μου σαν έφυγες,ξεκρέμασες τα όνειρά μου από του έρωτα τον μαγικό τον κόσμο,και τ'άφησεςστο σκοτεινό δωμάτιο της μοναξιάς,εκεί δεν φέγγουν,δεν λαμπυρίζουν,δεν υπάρχουν.
Το ξέρεις,κείνο το χρώμα που είχε το φεγγάρι,και που από τα μάτια σου το είχε πάρει,τώρα πήρε το μώβ της θλίψης,και κείνη η ζωγραφιά στο πρόσωπό του που το αντιφέγγισμά σου ηταν,τώρα φαντάζει μουτζούρα της απόγνωσης.Θυμάσαι,τα βράδυα της πανσέληνου κείνη την σταγονίτσα-διαμαντάκι που κρέμονταν στο πλάϊ του και που ήταν το δάκρυ της χαρά σου,ε.. τώρα έγινε βροχή της απουσίας στη μαραζωμένη μου καρδιά.
Ξέρεις καλή μου κεί έξω κάηκαν τα στάχυα μαζύ με τις χαρές του κόσμου,μήτε ψωμί υπάρχει,μήτε ελπίδα,περίσσεψαν οι σφαίρες και οι αγωνίες,που βρέθηκε αλήθεια τόση παραγωγή κακών,εγώ είχα το χαμόγελό σου παρηγοριά και δύναμη,τώρα απόμεινα τρελός ονειροπόλος,να προσπαθώ να απλώσω το μετάξι της αγάπης πάνω στις πληγές που άνοιξαν οι μπόμπες σε γή και σώματα,χωρίς εσένα δεν θα τα καταφέρω αγάπη μου.
Έβλεπα το είδωλο του φεγγαριού γυμνό στη λίμνη του πόθου,και ήσουν εσύ ολόγυμνη θεά να λούζεσαι στα ασημένια νερά του έρωτα χωρίς ντροπές.Έφτιαχνες γύρω σου κύκλους ηδονής που μεγαλώνοντας σβήναν στην αγκάλη μου,τώρα ανταριασμένη είναι η λίμνη από το θεριό του χωρισμού.Πως να τον μερέψω;αγρίεψαν και οι άνθρωποι τριγύρω,
χαθήκανε οι καλημέρες,από που να ζητήσω βοήθεια,όλοι με γυρισμένες πλάτες,εγώ κράταγα το χέρι σου,και κράταγα ολάκερο τον κόσμο,έπαιρνα το χαμόγελό σου και το έκανα σπορά στις χαρές του κόσμου,άνυδρα τώρα όλα,έρημος που την διαβαίνουν μοναχά μοναχικοί διαβάτες.
Θυμάσαι τότε το παιχνίδι με τις παρουσίες,κρατάγαμε το τετράδιο της ζωής στα χέρια μας και φωνάζαμε:
Έρωτας..Παρών,
Αγάπη..Παρούσα,
Πόθος..Παρών,
Ηδονή..Παρούσα,
Πάθος..Παρόν,
Λαχτάρα..Παρούσα,
Πόνος..Απών,
Θλίψη..Απούσα,
ΖΩΗ.. ΠΑΡΟΥΣΑ,
τώρα αγάπη μου μοναχά ο πόνος και η θλίψη δίνουνε παρών,και η ΖΩΗ ΑΠΟΥΣΑ..
όμως δές,δές εκείνους τους άσπρους κύκλους γύρω από το φεγγάρι,τα στέφανά μας είναι,θα τα φορέσει στα μαλιά μας για να ξαναφωνάξουμε πως είμαστε της ζωής παρόντες.

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

ΔΕΝ ΕΦΥΓΑ

αποσ.Δεν έφυγα,απλά δεν πρόλαβα,μικρό το σάλτο μου,έφυγε το καράβι μου και απόμεινα ξωπίσω.
Δεν έφυγα,απλά σήκωσε ποιό νωρίς την άγκυρα,και έφυγε χωρίς εμένα,εμένα με κράτησαν πίσω του χρόνου οι αλυσίδες.
Δεν έφυγα,απλά γέμισε νωρίς με ταξιδιώτες της χαράς,δεν χώραγε λέει μοναχικούς που κουβαλούν στην πλάτη τους μπαγάζια μοναξιάς.
Δεν έφυγα,απλά έχασα τον δρόμο,τον σκέπασε η ομίχλη του χθές,και δεν μου φανέρωσε τους δρόμους του αύριο.
Δεν έφυγα,απλά θαλασσοδάρθηκα,πότε άφταιγος ναυαγός,πότε φταίχτης καπετάνιος,μα ποτέ παραιτημένος,τώρα,τώρα όμως τα κουράγια μαζέψαν τα πανιά τους,και πως να ταξιδέψω.
Δεν έφυγα,απλά μου τέλειωσαν οι ανατολές,σφάλισες εσύ τα βλέφαρα,και σκοτείνιασες τον κόσμο μου.
Δεν έφυγα,κάνε μου ένα ματάκι,να ξαναγυρίσω στην ζωή..

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

TO KΑΔΡΟ

Μένω στην φωτογραφία σου μπροστά,και τα μάτια μου βυθίζονται μέσα της,
θέλω να δω τις λάμψεις της χαράς σου,να ανακαλύψω θέλω τις ραγισματιές της πίκρας σου,έτσι ολάκερη να σε φωτίσω θέλω,ακόμη και τα ίχνη της ραγισματιάς να σβήσω θέλω.
Κοιτώ την ζωγραφιά των χειλειών σου στο πρόσωπό σου που το χαμόγελο φανερώνουν της ζωής,και αν εκεί στις άκρες τους παρατηρίσω κανένα αχ να είναι κουμπωμένο,να το ξεκουμπώσω μονομιάς,και στης λήθης να το αφήσω το ταξίδι θέλω.
Μένω στην φωτογραφία σου μπροστά,και σου μιλώ για αγάπη,για έρωτα,για πόθο,για το τώρα,για το ύστερα,για τις ελπίδες,για τα όνειρα,σου μιλώ,σου εκμηστερεύομαι,σαν μεθυσμένος από αγάπη μονολογώ,για το φώς των ματιών σου που φωτίζει την ζωή μου,σου μιλώ για την στιγμή που τα δάκτυλά σου αγγίζουν τα δικά μου,σαν εκείνη της δημιουργίας την στιγμή,την θεϊκή,σου μιλώ για την απέραντη ομορφιά της αγκαλιάς σου που μέσα της φωλίαζουν τα όνειρά μου.
Μένω στην φωτογραφία σου μπροστά και ανακαλύπτω την ζωή μου,
μην ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙΣ αγάπη μου.

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

ΟΜΟΡΦΗ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΑΚΟΜΑ

Στοιχίζω τα γράμματα της αλφαβήτου και βγαίνουν μοναχά εκείνα τα έξη γράμματα,
Σ Α Γ Α Π Ω,και αυτόματα έρχονται στον νού τα όνειρα που είχα κρεμάσει στα μαλιά σου,και κείνα τα άλλα που είχα ρίξει στο ποτάμι,μικρά καραβάκια της αγάπης να ρθούνε στην αγκάλη σου,δίχως να πιαστούν σε κανένα ξερόκλαδο του πρέπει,και χωρίς να βυθιστούν από του ανέφικτου την ορμή.Ήθελα να ταξιδεύουν κάτω από τον ήλιο του έρωτα,να αγκυροβολούν για λίγο στούς κόρφους του πόθου,και να συνεχίζουν το ταξίδι τους στην ρότα της καρδιάς σου.
Άξαφνα γιατι δραπέτεψε ο νούς στους λαβύρινθους της ανημποριάς,στα σκοτεινά ανήλιαγα δωμάτια της μοναξιάς,στα σοκάκια με του γιατί το αδιέξοδο.Ποιό νεύμα και ποιός του έγνεψε για το τέλος της χαράς,ποιό σιδερένιο χέρι δεν άντεξε του έρωτα το νοιάξιμο,και ποιά απρόσεχτη πατούσα ποδοπάτησε τα λουλούδια της ζωής.
Τι νόημα και τι αξία έχουν τα άλλα γράμματα,εγώ ξέρω μόνο αυτά Σ Α Γ Α Π Ω,και αυτά που γράφουνε ΖΩΗ με όλα της τα στολίδια,όλα εκείνα που της ανήκουν,με όλους τους τόνους.
Αγαπημένη μου,άνοιξε τα παραθυρόφυλλα της καρδιάς σου,θέλω να σε δώ να με γνέφεις να περάσω στο κατώφλι της,δεν μπορώ να πολεμήσω μόνος μου,ετούτοι με το στανιό μας βάλανε να ζούμε σε ξερότοπους ανέραστους,μας βάλανε ένα μαχαίρι στο χέρι και μας είπαν χτυπήστε τον πλαινό σας,μας δώσαν ενα πιστόλι και μας δώσαν εντολή να σκοτώσουμε παιδιά,να αφανίσουμε την νέα γενιά,θέλουν να αποστειρώσουν την ψυχή μας,να γίνουμε εύκολη λεία στα χέρια τους,θέλουν να σβήσουν τα γράμματα που γράφουν ΣΑΓΑΠΩ,και εγώ σ'αγαπώ,σ'αγαπώ,σ'αγαπώ.
Δεν γίνεται αγάπη μου να ξεκρεμάσω τα όνειρά μου από τα μαλιά σου,δεν γίνεται αγάπη μου να τα αφήσω ξέστολα στην απουσία έτσι της ζωής,χωρίς της παρηγοριάς το απαλοχάδι.
Γνέψε με αγάπη μου,με περίσσια με γεμίζεις δύναμη,όλα μικρά και ασήμαντα φαντάζουν σαν έχω την αγάπη σου,ξεθωριάζουν οι επιταγές τους στου ματιού σου το ανοιγόκλειμα,αναιρούνται οι νόμοι της γεμάτης υποκρισίας κοινωνίας τους,αχρηστεύονται τα όπλα τους,μοναχός μου δεν μπορώ,στάσου πλάι μου το κουράγιο έτσι βάζει πλάτη.
Αγαπημένη μου θα στολίσω και με άλλα όνειρα τα μαλιά σου,θα σου μαζέψω όλα τα καλούδια της αγάπης και θα τα αφήσω στην ποδιά σου,στα χείλη σου τα γλυκοφιλήματα του έρωτα θα αφήσω,θα ξεκρεμάσω τις καληνύχτες από το φεγγάρι,δεν θέλω αιτίες αποχωρισμού.
ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ μου υπάρχεις και όμορφη είναι η ζωή ακόμα.

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

ΜΙΚΡΟΠΡΑΜΑΤΕΥΤΑΔΕΣ

Μικροπραματευτάδες βγήκαν στο σεριάνι να πουλήσουν την ζωή μας.
Βάλανε λύκους να μας φυλάνε μή τυχόν ξεστρατίσουμε,
και χάσουν την πραμάτεια τους.
Τα μεγάφωνα στην διαπασών,η πάλι συνομωτικά ψυθιριστά σε σκοτεινές γωνιές.
Πωλούνται ζωές,νέα σοδειά και φτηνή.
Ακριβά τα κάστανα,το μαλλί της γριάς,το καλαμπόκι το ψημένο,το σαλέπι,
τώρα πωλούνται ζωές σε τιμή ευκαιρίας,φθηνά πολύ φθηνά,σχεδόν τζάμπα.
Εκποίηση,ξεπούλημα,εξευτελισμός.
Στο ένα χέρι η γκλίτσα του τσομπάνη,στο άλλο το μαχαίρι του χασάπη,
μάντρωμα και γδάρσιμο,και πόσο πολύ πονάει Θεέ μου της ψυχής το γδάρσιμο.
Μικροπραματευτάδες του κόλου γινήκανε με την ανοχή μας μεγαλοσχήμονες
που τιτιβίζουν και μυρικάζουν διαρκώς μαλακίες,μέχρι που μας έπεισαν
γι αυτό καθ'αυτό το ουσιαστικό και την αποδοχή του.
Θρασείς χωρίς ίχνος θάρρους,υψώνουν την φωνή τους για να μας πουν ότι
νοιάζονται για το καλό μας,αφου πρώτα το καλό μας το εκποίησαν μισοτιμής.
Μικροπραματευτάδες του συστήματος,δήμιοι των ονείρων μας,κρατούν στα χέρια τους την λαιμητόμο της ζωής μας έτοιμη εν χρήσει,μόλις στοιχηθούμε μπροστά στην ανημποριά.
Ε.. όχι,ένα βήμα μπρός εγώ,ένα βήμα πλάι εσύ να τους χαλάσουμε την σειρά,
την συμμετρία των μέτρων τους,να τους αψηφήσουμε και να τους αφήσουμε άοπλους και τρεμάμενους,με αδειανό το καρότσι της πραμάτειας τους,κατάπτυστους,και ξεχασμένους.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

ΕΡΗΜΗΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Ερημήτης των χρόνων,
κτίζω σπηλιές με τις λιγοστές χαρούμενες στιγμές
σε όρη των βασάνων,
ίσκιους ψάχνω προσμονής κάτω τους να ξαποστάσω,
επικύνδινα λιγόστεψαν και αυτοί,
πυρωμένη άμμος αντανακλά την ζέστη
των ανεξήγητων γιατί.
Ερημήτης των χρόνων
ψάχνω την πέτρα που πάνω της θα σκοντάψω
για να αλλάξω την πορεία μου προς το μηδέν,
ή πανω της να καθίσω και να ξαναονειρευτώ,
τόσο μεγάλη αξία μιά πέτρα?
Ερημήτης των χρόνων
στην χούφτα μου κρατώ σφιχτά τον σπόρο
όλων όσων δεν έζησα,όλων όσων άφησα να διαβούν,
ψάχνοντας στα ξεραμένα ξεγελάσματα της ζωής
μιά σταγόνα αληθινή να τον φυτέψω,
άλλα μπόραγα να ζήσω,άλλα ήθελα,άλλα έζησα.
Ερημήτης των χρόνων
άρχοντας των ερειπίων των συμβιβασμών,των πρέπει,της υπακοής,
γυροφέρνω ανάμεσά τους προδομένος από κάλπικες υποσχέσεις
και κίβδηλα όνειρα.
Ερημήτης των χρόνων,
αν θέλεις έλα,έλα και δώσε με πνοή,
σήκωσέ με στα φτερά σου να πετάξω μαζύ σου,
μπορώ ακόμη να κινδυνέψω,
πάρε με στα ταξίδια σου,θα ξαναφτιάξω το σκαρί μου,
χάρισέ με ένα φιλί σου τάμα να το κάνω στο έρωτα,
πάρε με το απαλοχάδι σου το σύννεφο απο τα μάτια μου
και αγόρασέ με καινούργια σαντάλια της ζωής,
ΕΣΥ ΜΠΟΡΕΙΣ.