Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

ΤΟ ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΟ

Πήρες μαζύ σου τον ήλιο από την αυγή μου σαν έφυγες,ξεκρέμασες τα όνειρά μου από του έρωτα τον μαγικό τον κόσμο,και τ'άφησεςστο σκοτεινό δωμάτιο της μοναξιάς,εκεί δεν φέγγουν,δεν λαμπυρίζουν,δεν υπάρχουν.
Το ξέρεις,κείνο το χρώμα που είχε το φεγγάρι,και που από τα μάτια σου το είχε πάρει,τώρα πήρε το μώβ της θλίψης,και κείνη η ζωγραφιά στο πρόσωπό του που το αντιφέγγισμά σου ηταν,τώρα φαντάζει μουτζούρα της απόγνωσης.Θυμάσαι,τα βράδυα της πανσέληνου κείνη την σταγονίτσα-διαμαντάκι που κρέμονταν στο πλάϊ του και που ήταν το δάκρυ της χαρά σου,ε.. τώρα έγινε βροχή της απουσίας στη μαραζωμένη μου καρδιά.
Ξέρεις καλή μου κεί έξω κάηκαν τα στάχυα μαζύ με τις χαρές του κόσμου,μήτε ψωμί υπάρχει,μήτε ελπίδα,περίσσεψαν οι σφαίρες και οι αγωνίες,που βρέθηκε αλήθεια τόση παραγωγή κακών,εγώ είχα το χαμόγελό σου παρηγοριά και δύναμη,τώρα απόμεινα τρελός ονειροπόλος,να προσπαθώ να απλώσω το μετάξι της αγάπης πάνω στις πληγές που άνοιξαν οι μπόμπες σε γή και σώματα,χωρίς εσένα δεν θα τα καταφέρω αγάπη μου.
Έβλεπα το είδωλο του φεγγαριού γυμνό στη λίμνη του πόθου,και ήσουν εσύ ολόγυμνη θεά να λούζεσαι στα ασημένια νερά του έρωτα χωρίς ντροπές.Έφτιαχνες γύρω σου κύκλους ηδονής που μεγαλώνοντας σβήναν στην αγκάλη μου,τώρα ανταριασμένη είναι η λίμνη από το θεριό του χωρισμού.Πως να τον μερέψω;αγρίεψαν και οι άνθρωποι τριγύρω,
χαθήκανε οι καλημέρες,από που να ζητήσω βοήθεια,όλοι με γυρισμένες πλάτες,εγώ κράταγα το χέρι σου,και κράταγα ολάκερο τον κόσμο,έπαιρνα το χαμόγελό σου και το έκανα σπορά στις χαρές του κόσμου,άνυδρα τώρα όλα,έρημος που την διαβαίνουν μοναχά μοναχικοί διαβάτες.
Θυμάσαι τότε το παιχνίδι με τις παρουσίες,κρατάγαμε το τετράδιο της ζωής στα χέρια μας και φωνάζαμε:
Έρωτας..Παρών,
Αγάπη..Παρούσα,
Πόθος..Παρών,
Ηδονή..Παρούσα,
Πάθος..Παρόν,
Λαχτάρα..Παρούσα,
Πόνος..Απών,
Θλίψη..Απούσα,
ΖΩΗ.. ΠΑΡΟΥΣΑ,
τώρα αγάπη μου μοναχά ο πόνος και η θλίψη δίνουνε παρών,και η ΖΩΗ ΑΠΟΥΣΑ..
όμως δές,δές εκείνους τους άσπρους κύκλους γύρω από το φεγγάρι,τα στέφανά μας είναι,θα τα φορέσει στα μαλιά μας για να ξαναφωνάξουμε πως είμαστε της ζωής παρόντες.

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

ΔΕΝ ΕΦΥΓΑ

αποσ.Δεν έφυγα,απλά δεν πρόλαβα,μικρό το σάλτο μου,έφυγε το καράβι μου και απόμεινα ξωπίσω.
Δεν έφυγα,απλά σήκωσε ποιό νωρίς την άγκυρα,και έφυγε χωρίς εμένα,εμένα με κράτησαν πίσω του χρόνου οι αλυσίδες.
Δεν έφυγα,απλά γέμισε νωρίς με ταξιδιώτες της χαράς,δεν χώραγε λέει μοναχικούς που κουβαλούν στην πλάτη τους μπαγάζια μοναξιάς.
Δεν έφυγα,απλά έχασα τον δρόμο,τον σκέπασε η ομίχλη του χθές,και δεν μου φανέρωσε τους δρόμους του αύριο.
Δεν έφυγα,απλά θαλασσοδάρθηκα,πότε άφταιγος ναυαγός,πότε φταίχτης καπετάνιος,μα ποτέ παραιτημένος,τώρα,τώρα όμως τα κουράγια μαζέψαν τα πανιά τους,και πως να ταξιδέψω.
Δεν έφυγα,απλά μου τέλειωσαν οι ανατολές,σφάλισες εσύ τα βλέφαρα,και σκοτείνιασες τον κόσμο μου.
Δεν έφυγα,κάνε μου ένα ματάκι,να ξαναγυρίσω στην ζωή..

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

TO KΑΔΡΟ

Μένω στην φωτογραφία σου μπροστά,και τα μάτια μου βυθίζονται μέσα της,
θέλω να δω τις λάμψεις της χαράς σου,να ανακαλύψω θέλω τις ραγισματιές της πίκρας σου,έτσι ολάκερη να σε φωτίσω θέλω,ακόμη και τα ίχνη της ραγισματιάς να σβήσω θέλω.
Κοιτώ την ζωγραφιά των χειλειών σου στο πρόσωπό σου που το χαμόγελο φανερώνουν της ζωής,και αν εκεί στις άκρες τους παρατηρίσω κανένα αχ να είναι κουμπωμένο,να το ξεκουμπώσω μονομιάς,και στης λήθης να το αφήσω το ταξίδι θέλω.
Μένω στην φωτογραφία σου μπροστά,και σου μιλώ για αγάπη,για έρωτα,για πόθο,για το τώρα,για το ύστερα,για τις ελπίδες,για τα όνειρα,σου μιλώ,σου εκμηστερεύομαι,σαν μεθυσμένος από αγάπη μονολογώ,για το φώς των ματιών σου που φωτίζει την ζωή μου,σου μιλώ για την στιγμή που τα δάκτυλά σου αγγίζουν τα δικά μου,σαν εκείνη της δημιουργίας την στιγμή,την θεϊκή,σου μιλώ για την απέραντη ομορφιά της αγκαλιάς σου που μέσα της φωλίαζουν τα όνειρά μου.
Μένω στην φωτογραφία σου μπροστά και ανακαλύπτω την ζωή μου,
μην ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙΣ αγάπη μου.

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

ΟΜΟΡΦΗ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΑΚΟΜΑ

Στοιχίζω τα γράμματα της αλφαβήτου και βγαίνουν μοναχά εκείνα τα έξη γράμματα,
Σ Α Γ Α Π Ω,και αυτόματα έρχονται στον νού τα όνειρα που είχα κρεμάσει στα μαλιά σου,και κείνα τα άλλα που είχα ρίξει στο ποτάμι,μικρά καραβάκια της αγάπης να ρθούνε στην αγκάλη σου,δίχως να πιαστούν σε κανένα ξερόκλαδο του πρέπει,και χωρίς να βυθιστούν από του ανέφικτου την ορμή.Ήθελα να ταξιδεύουν κάτω από τον ήλιο του έρωτα,να αγκυροβολούν για λίγο στούς κόρφους του πόθου,και να συνεχίζουν το ταξίδι τους στην ρότα της καρδιάς σου.
Άξαφνα γιατι δραπέτεψε ο νούς στους λαβύρινθους της ανημποριάς,στα σκοτεινά ανήλιαγα δωμάτια της μοναξιάς,στα σοκάκια με του γιατί το αδιέξοδο.Ποιό νεύμα και ποιός του έγνεψε για το τέλος της χαράς,ποιό σιδερένιο χέρι δεν άντεξε του έρωτα το νοιάξιμο,και ποιά απρόσεχτη πατούσα ποδοπάτησε τα λουλούδια της ζωής.
Τι νόημα και τι αξία έχουν τα άλλα γράμματα,εγώ ξέρω μόνο αυτά Σ Α Γ Α Π Ω,και αυτά που γράφουνε ΖΩΗ με όλα της τα στολίδια,όλα εκείνα που της ανήκουν,με όλους τους τόνους.
Αγαπημένη μου,άνοιξε τα παραθυρόφυλλα της καρδιάς σου,θέλω να σε δώ να με γνέφεις να περάσω στο κατώφλι της,δεν μπορώ να πολεμήσω μόνος μου,ετούτοι με το στανιό μας βάλανε να ζούμε σε ξερότοπους ανέραστους,μας βάλανε ένα μαχαίρι στο χέρι και μας είπαν χτυπήστε τον πλαινό σας,μας δώσαν ενα πιστόλι και μας δώσαν εντολή να σκοτώσουμε παιδιά,να αφανίσουμε την νέα γενιά,θέλουν να αποστειρώσουν την ψυχή μας,να γίνουμε εύκολη λεία στα χέρια τους,θέλουν να σβήσουν τα γράμματα που γράφουν ΣΑΓΑΠΩ,και εγώ σ'αγαπώ,σ'αγαπώ,σ'αγαπώ.
Δεν γίνεται αγάπη μου να ξεκρεμάσω τα όνειρά μου από τα μαλιά σου,δεν γίνεται αγάπη μου να τα αφήσω ξέστολα στην απουσία έτσι της ζωής,χωρίς της παρηγοριάς το απαλοχάδι.
Γνέψε με αγάπη μου,με περίσσια με γεμίζεις δύναμη,όλα μικρά και ασήμαντα φαντάζουν σαν έχω την αγάπη σου,ξεθωριάζουν οι επιταγές τους στου ματιού σου το ανοιγόκλειμα,αναιρούνται οι νόμοι της γεμάτης υποκρισίας κοινωνίας τους,αχρηστεύονται τα όπλα τους,μοναχός μου δεν μπορώ,στάσου πλάι μου το κουράγιο έτσι βάζει πλάτη.
Αγαπημένη μου θα στολίσω και με άλλα όνειρα τα μαλιά σου,θα σου μαζέψω όλα τα καλούδια της αγάπης και θα τα αφήσω στην ποδιά σου,στα χείλη σου τα γλυκοφιλήματα του έρωτα θα αφήσω,θα ξεκρεμάσω τις καληνύχτες από το φεγγάρι,δεν θέλω αιτίες αποχωρισμού.
ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ μου υπάρχεις και όμορφη είναι η ζωή ακόμα.

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

ΜΙΚΡΟΠΡΑΜΑΤΕΥΤΑΔΕΣ

Μικροπραματευτάδες βγήκαν στο σεριάνι να πουλήσουν την ζωή μας.
Βάλανε λύκους να μας φυλάνε μή τυχόν ξεστρατίσουμε,
και χάσουν την πραμάτεια τους.
Τα μεγάφωνα στην διαπασών,η πάλι συνομωτικά ψυθιριστά σε σκοτεινές γωνιές.
Πωλούνται ζωές,νέα σοδειά και φτηνή.
Ακριβά τα κάστανα,το μαλλί της γριάς,το καλαμπόκι το ψημένο,το σαλέπι,
τώρα πωλούνται ζωές σε τιμή ευκαιρίας,φθηνά πολύ φθηνά,σχεδόν τζάμπα.
Εκποίηση,ξεπούλημα,εξευτελισμός.
Στο ένα χέρι η γκλίτσα του τσομπάνη,στο άλλο το μαχαίρι του χασάπη,
μάντρωμα και γδάρσιμο,και πόσο πολύ πονάει Θεέ μου της ψυχής το γδάρσιμο.
Μικροπραματευτάδες του κόλου γινήκανε με την ανοχή μας μεγαλοσχήμονες
που τιτιβίζουν και μυρικάζουν διαρκώς μαλακίες,μέχρι που μας έπεισαν
γι αυτό καθ'αυτό το ουσιαστικό και την αποδοχή του.
Θρασείς χωρίς ίχνος θάρρους,υψώνουν την φωνή τους για να μας πουν ότι
νοιάζονται για το καλό μας,αφου πρώτα το καλό μας το εκποίησαν μισοτιμής.
Μικροπραματευτάδες του συστήματος,δήμιοι των ονείρων μας,κρατούν στα χέρια τους την λαιμητόμο της ζωής μας έτοιμη εν χρήσει,μόλις στοιχηθούμε μπροστά στην ανημποριά.
Ε.. όχι,ένα βήμα μπρός εγώ,ένα βήμα πλάι εσύ να τους χαλάσουμε την σειρά,
την συμμετρία των μέτρων τους,να τους αψηφήσουμε και να τους αφήσουμε άοπλους και τρεμάμενους,με αδειανό το καρότσι της πραμάτειας τους,κατάπτυστους,και ξεχασμένους.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

ΕΡΗΜΗΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Ερημήτης των χρόνων,
κτίζω σπηλιές με τις λιγοστές χαρούμενες στιγμές
σε όρη των βασάνων,
ίσκιους ψάχνω προσμονής κάτω τους να ξαποστάσω,
επικύνδινα λιγόστεψαν και αυτοί,
πυρωμένη άμμος αντανακλά την ζέστη
των ανεξήγητων γιατί.
Ερημήτης των χρόνων
ψάχνω την πέτρα που πάνω της θα σκοντάψω
για να αλλάξω την πορεία μου προς το μηδέν,
ή πανω της να καθίσω και να ξαναονειρευτώ,
τόσο μεγάλη αξία μιά πέτρα?
Ερημήτης των χρόνων
στην χούφτα μου κρατώ σφιχτά τον σπόρο
όλων όσων δεν έζησα,όλων όσων άφησα να διαβούν,
ψάχνοντας στα ξεραμένα ξεγελάσματα της ζωής
μιά σταγόνα αληθινή να τον φυτέψω,
άλλα μπόραγα να ζήσω,άλλα ήθελα,άλλα έζησα.
Ερημήτης των χρόνων
άρχοντας των ερειπίων των συμβιβασμών,των πρέπει,της υπακοής,
γυροφέρνω ανάμεσά τους προδομένος από κάλπικες υποσχέσεις
και κίβδηλα όνειρα.
Ερημήτης των χρόνων,
αν θέλεις έλα,έλα και δώσε με πνοή,
σήκωσέ με στα φτερά σου να πετάξω μαζύ σου,
μπορώ ακόμη να κινδυνέψω,
πάρε με στα ταξίδια σου,θα ξαναφτιάξω το σκαρί μου,
χάρισέ με ένα φιλί σου τάμα να το κάνω στο έρωτα,
πάρε με το απαλοχάδι σου το σύννεφο απο τα μάτια μου
και αγόρασέ με καινούργια σαντάλια της ζωής,
ΕΣΥ ΜΠΟΡΕΙΣ.

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

ΝΑ ΑΝΤΑΡΓΙΕΨΕΙ Η ΣΚΕΨΗ

Να ανταργιέψει η σκέψη,
να ξεχυθεί στα βουνά της ελπίδας
να ξαναβρεί μέσα στις φυλλωσιές
τον ήχο της ζωής.
Να ανταργιέψει η σκέψη,
να γίνει πύρινος λόγος της καρδιάς,
οι μιμήσεις μάς τελειώσανε.
Να ανταργιέψει η σκέψη,
συνομωτικά της κλείσανε
όλα τα πορτοπαραθύρια της,
και της χαραμάδες της ακόμη,
ανατίναξη στο σφράγισμα.
Να ανταργιέψει η σκέψη,
να συντρίψει την αμπάρα που της βάλανε,
ν'ανοιχτεί,να βγεί στο δρόμο,να φωνάξει,
να γελάσει,
να διαλύσει το-δεν σε ξέρω,ποιός είσαι-
αποδυναμωμένη την θέλουνε,
είσαι ο πλαινός μου,ο γείτονας,ο εαυτός μου,
ο παραστάτης μου και φίλος,ο σύντροφος,
έλα να ξαναγίνουμε εμείς.
Να ανταργιέψει η σκέψη,
όχι άλλα υποκοριστικά ψεύτικα της ζωής,
μιάς χαμένης ζωής που μας τάζουνε,
να βγούμε από τις κάσες που μας θάψανε,
ακροβάτες να γίνουμε της ζωής μας.
Θέλουμε την ίδια την ΖΩΗ..

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Έμαθα να ζώ στον ίσκιο της αγάπης,
πως να αντέξω τώρα το λιοπύρι αυτό της μοναξιάς.
Έγερνες στο στήθος μου,τα χείλη σου μου έδινες τρυφερά,
και ήταν σαν να σου πρόσφερε μικρό παιδί με το μικρό του χέρι,
ένα κατακόκκινο τριανατφυλλο,
με κεινο της αγγελοσύνης βλέμμα,
Τώρα εκείνη η σταγονίτσα απο αίμα τί θέλει στο χεράκι του,
που βρέθηκε το αγκαθάκι.
Στης ψυχής σου τα κρύα βράδια
όταν ο αγέρας της ανημπόριας λυσσομανούσε πάνω σου,
εγώ άπλωνα το χάδι μου να σε σκεπάσω,
και ύστερα τις νυχτιές του έρωτα
το ίδιο χάδι άπλωνα πάλι πάνω σου,
σαν μερτικό πάντα της ζωής που σε οφείλονταν.
Σ'αγαπώ.
Μ'έπιανες το χέρι και τρέχαμε αντάμα
στις φυλλωσιές των οραμάτων μας,
κατακτητές της ζωής
ξεφεύγοντας απο τα δόκανα του πρέπει,
Έμαθα να ζώ στον ίσκιο της αγάπης,
τώρα φυλλορόησε το δένδρο της,
χάθηκα μέσα στον δαίδαλο κόσμο χωρίς πυξίδα,
με κοίταγες και χάραζα εγώ τον δρόμο μου,
τώρα σφάλισες τα βλέφαρα για να μην βλέπω,
όμως εγώ ήδη έμαθα να ζω.
Σ'αγαπώ.
Έμαθα να ζω στον ίσκιο της αγάπης,
δώσε μου το χέρι σου σου είχα πεί,
να πάμε να βρούμε τους καταράχτες
όπου θα απολουστούμε
από ενοχές,από μαυρίλες της ψυχής,
από αμαρτίες που δεν ζήσαμε.
Εκεί θα πλήνουμε όσα λάθος κάναμε.
Έλα να φύγουμε σε είχα πει
απο τις αφιλόξενες παραλίες
με τα ξεβρασμένα κουφάρια των ανεκπλήρωτων πόθων,
τώρα γιατί απομείναμε μονάχοι σ'αυτές τις παραλίες,
γιατί κάψαμε τους παράδεισους που μας περίμεναν
χωρίς να φτάσουμε σε αυτούς;
Έμαθα να ζώ στον ίσκιο της αγάπης,
έτσι κάπου θα βρώ μιά γωνιά να ξαποστάσω,
δεν μπορεί να μην βρώ,αφού ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΣΩ.
Υ.Γ.
Μπορεί το χέρι της ζωής που θα μου δοθεί
να είναι το δικό σου.

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ

Ένα δάκρυ,μονάχα ένα κύλισε από την άκρη του ματιού σου,
όταν έπαψε η τρικυμία του έρωτα,και ήσουν ξαπλωμένη με μάτια μισόκλειστα,
στο μπράτσο μου επάνω.
Κόρη ήταν πανέμορφη που βγήκε σεργιάνι
από τα ανήλιαγα μονοπάτια της καρδιάς,
στις λεωφόρους της αγάπης.
Πρίν σφιχταγκαλιάστηκαν μέσα σου,
ο έρωτας με την αγάπη,
το πάθος με τον πόθο,
η ηδονή με την λαχτάρα,
η προσμονή με το συναπάντεμα,
και σύρανε χορό πάνω σε ξεχασμένες ανάσες,
πάνω σε ξεχασμένες ζωές.
Ένα δάκρυ,μονάχα ένα,κυλισε απο την άκρη του ματιού σου,
ατίμητη προσφορά της ψυχής σου στον έρωτα,
κείνη την στιγμή ήταν ότι ποιο ακριβό είχες,
ότι ποιο όμορφο,
ένα αγνό μα κατακόκκινο λουλούδι
αφημένο στο σκαλοπάτι της ζωής.
Έγειρα στο πρόσωπό σου και με τα χείλη μου
το έκανα δικό μου,
Σ'ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

ΣΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ

Έδεσε την πληγή του το φεγγάρι πριν να πέσει στης μοναξιάς την θάλασσα,
το πλήγωσαν τα πρέπει,τα μή,τα ίσως,οι συμβιβασμοί,τα ξεφτίδια της ζωής,
έτσι πληγωμένο τον δρόμο της μπέσας θέλησε μέσα της για να χαράξει,
ο λόγος-λόγος,η αλήθεια-αλήθεια,το άσπρο-άσπρο,χμ..και η ψευτιά-ψευτιά.
Ανοίχτηκε μεσοπέλαγα για νάβρει την νεράιδα εκείνη την όμορφη την μπεσαλού
την χωρίς υποσχέσεις,και όχι την άλληνε την παρθενοπουτάνα,που μιά του έταζε ζωές,
και μιά του έστελνε θανάτου γλώσσες,και ένα συνεχώς ακαταλαβίστικο του άφηνε χαμπέρι,
σε καποιανής τάχατις λήτρωσης το χέρι,πως τάχα θα του γυρίσει πίσω όσα του χρωστά,
ψευτιές..
Απόκαμε,ήλθε το όνειρο και αχνόφεξε στα ματοτσίνορά του,μιά ανάσα του ξέφυγε από την καρδιά,και του έδωσε ζωή και ελπίδα,ολόλευκες πεταλούδες λεύτερες μαζύ με σταυραιτούς
πέταξαν στης ζωής το φως,γύρις και δύναμη αντάμα η μορφή σου,και στον ίσκιο σου να αρχοντεύω εγώ ταπεινός προσκυνητής.

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΣΤΙΓΜΕΣ

Το πεύκο ψηλό,θεώρατο,έπινε νερό από την γαλαζοπράσινη θάλασσα. -Έλα,έλα αγαπημένη μου να ξαποστάσουμε λίγο,έλα νεραιδοχαιδεμένη μου,έλα φώς μου.
Καθάρισε ένα μέρος στον πυκνό ίσκιο και την κάλεσε να καθίσει.Δίπλωσε τα πόδια της,και τύλιξε τα χέρια της γύρω στα γόνατά της.Ακούμπησε το μάγουλο πάνω τους,μισόκλεισε τα βλέφαρα.Το φουστανάκι της ανάλαφρο,αέρινο καλοκαιρινό,σηκώθηκε στην μέση των μηρών της.Από κάτω ένα λευκό υφασματάκι έφραζε την είσοδο στην πύλη της ζωής,στην πηγή της αμαρτίας,στο μεθύσι του πόθου.
Εκεί χάνεσαι και ξαναγενιέσαι,εκεί την ομορφιά του έρωτα γεύεσαι,εκεί αστραποβολάς,εκεί μερεύεις.
Κάθισε πλάι της και την αγκάλιασε απο τους ώμους,Σήκωσε το κεφάλι της απο τα γόνατα και το έγειρε στο στήθος του.Την γλυκοφίλησε στα μαλιά,στο μέτωπο,στην άκρη των χειλιών της.Έγειραν πίσω,την πήρε ολάκερη στην αγκαλιά του.Το χάδι του τώρα σε ρυθμούς λατρείας περιδιάβαινε το κορμί της.Την κοίταγε στα μάτια σαν να κοιτούσε την αγαπημένη των θεών.Η ψυχή του ήταν γεμάτη από αγάπη,από αγάπη και έρωτα.Απαλά της ξεκούμπωσε το φόρεμα.Ένα κορμί σμιλεμένο απο τον πόθο φανερώθηκε μπρός του.Το ήξερε μα πάντα το αποζητούσε,όλο και με περισσότερη ένταση.Ζούσε γι αυτό.
Η ηδονή προσπέρασε τα άλλα συναισθήματα,και μπήκε μπροστάρισα στο κυνήγι της
ευτυχίας.Την φιλούσε παντού,πότε σαν προσκήνυμα,και πότε δυνατά αχόρταγα,σαν ν'άτανε η τελευταία φορά.Γλίστρησε μέσα της,και μετά απο λίγο θαρρείς και άφησε εκεί την ψυχή του.Έμεινε να την κρατάει ώρα πολυ στην αγκαλιά του δίχως να ανασαίνει σχεδόν,μη τυχόν ταράξει το όνειρο,μη τυχόν τρομάξει την χαρά.Ενωμένοι καθώς ήταν της ψιθύρισε¨
-Σ'αγαπώ,σ'αγαπώ,σ'αγαπώ.

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Το ένα δάκρυ που κυλά είναι της χαράς
του άλλου ματιού το δάκρυ του πόνου είναι,
πως σμίγει η ανατολή με το δειλινό
στα φύλλα μέσα της καρδιάς,
και πως η ζωή με το είδωλό της,
πως σμίγει ο έρωτας με την ζωή
και πως με τον θάνατό της ο ίδιος έρως,
πως τον οβολό του αφήνει το όνειρο στο καλαθάκι μπρός της
και πως το κλωτσάει μακριά ένας γκρεμιστής αλήτης,
πως ένα χάδι ζεσταίνει την ψυχή
και πως το ίδιο χάδι γίνεται της παγωμένης μοναξιάς αγέρας,
πως το σκοτάδι γίνεται φώς
και το φώς ξαναγίνεται σκοτάδι,
στο πήγαινε-έλα της αγάπης
από τις ερήμους της στα κατάφυτά της περιβόλια,
πως-πως-πως.
Αντιθέσεις της ζωής,γι αυτό ΖΩΗ σε αγαπάω..

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

ΑΡΩΜΑ ΖΩΗΣ.

Τι είναι αμαρτία,
Μην είναι το πρόσωπο,
το χάδι,το κορμί σου,
οι ποθοστάλες τάχα της αστήρευτης πηγής σου,
των ηδονών οι κόρφοι σου,
τα λαξεμένια πόδια,
ή άραγε των χεριών σου οι αγκαλιές που σφίγκουν μέσα τους λαχτάρες,
μήπως το ζεστό το χνώτο σου,
ή το μεθυστικό κόκκινο κρασί απο τα κοραλένια σου τα χείλη,
ή πάλι η εξαύλωση ανάμεσα στα δυνατά σου σκέλια,
γυναίκα,γυναίκα,ΓΥΝΑΙΚΑ,ΑΡΩΜΑ ΖΩΗΣ..