Έμαθα να ζώ στον ίσκιο της αγάπης,
πως να αντέξω τώρα το λιοπύρι αυτό της μοναξιάς.
Έγερνες στο στήθος μου,τα χείλη σου μου έδινες τρυφερά,
και ήταν σαν να σου πρόσφερε μικρό παιδί με το μικρό του χέρι,
ένα κατακόκκινο τριανατφυλλο,
με κεινο της αγγελοσύνης βλέμμα,
Τώρα εκείνη η σταγονίτσα απο αίμα τί θέλει στο χεράκι του,
που βρέθηκε το αγκαθάκι.
Στης ψυχής σου τα κρύα βράδια
όταν ο αγέρας της ανημπόριας λυσσομανούσε πάνω σου,
εγώ άπλωνα το χάδι μου να σε σκεπάσω,
και ύστερα τις νυχτιές του έρωτα
το ίδιο χάδι άπλωνα πάλι πάνω σου,
σαν μερτικό πάντα της ζωής που σε οφείλονταν.
Σ'αγαπώ.
Μ'έπιανες το χέρι και τρέχαμε αντάμα
στις φυλλωσιές των οραμάτων μας,
κατακτητές της ζωής
ξεφεύγοντας απο τα δόκανα του πρέπει,
Έμαθα να ζώ στον ίσκιο της αγάπης,
τώρα φυλλορόησε το δένδρο της,
χάθηκα μέσα στον δαίδαλο κόσμο χωρίς πυξίδα,
με κοίταγες και χάραζα εγώ τον δρόμο μου,
τώρα σφάλισες τα βλέφαρα για να μην βλέπω,
όμως εγώ ήδη έμαθα να ζω.
Σ'αγαπώ.
Έμαθα να ζω στον ίσκιο της αγάπης,
δώσε μου το χέρι σου σου είχα πεί,
να πάμε να βρούμε τους καταράχτες
όπου θα απολουστούμε
από ενοχές,από μαυρίλες της ψυχής,
από αμαρτίες που δεν ζήσαμε.
Εκεί θα πλήνουμε όσα λάθος κάναμε.
Έλα να φύγουμε σε είχα πει
απο τις αφιλόξενες παραλίες
με τα ξεβρασμένα κουφάρια των ανεκπλήρωτων πόθων,
τώρα γιατί απομείναμε μονάχοι σ'αυτές τις παραλίες,
γιατί κάψαμε τους παράδεισους που μας περίμεναν
χωρίς να φτάσουμε σε αυτούς;
Έμαθα να ζώ στον ίσκιο της αγάπης,
έτσι κάπου θα βρώ μιά γωνιά να ξαποστάσω,
δεν μπορεί να μην βρώ,αφού ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΣΩ.
Υ.Γ.
Μπορεί το χέρι της ζωής που θα μου δοθεί
να είναι το δικό σου.
Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011
Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011
ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ
Ένα δάκρυ,μονάχα ένα κύλισε από την άκρη του ματιού σου,
όταν έπαψε η τρικυμία του έρωτα,και ήσουν ξαπλωμένη με μάτια μισόκλειστα,
στο μπράτσο μου επάνω.
Κόρη ήταν πανέμορφη που βγήκε σεργιάνι
από τα ανήλιαγα μονοπάτια της καρδιάς,
στις λεωφόρους της αγάπης.
Πρίν σφιχταγκαλιάστηκαν μέσα σου,
ο έρωτας με την αγάπη,
το πάθος με τον πόθο,
η ηδονή με την λαχτάρα,
η προσμονή με το συναπάντεμα,
και σύρανε χορό πάνω σε ξεχασμένες ανάσες,
πάνω σε ξεχασμένες ζωές.
Ένα δάκρυ,μονάχα ένα,κυλισε απο την άκρη του ματιού σου,
ατίμητη προσφορά της ψυχής σου στον έρωτα,
κείνη την στιγμή ήταν ότι ποιο ακριβό είχες,
ότι ποιο όμορφο,
ένα αγνό μα κατακόκκινο λουλούδι
αφημένο στο σκαλοπάτι της ζωής.
Έγειρα στο πρόσωπό σου και με τα χείλη μου
το έκανα δικό μου,
Σ'ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
όταν έπαψε η τρικυμία του έρωτα,και ήσουν ξαπλωμένη με μάτια μισόκλειστα,
στο μπράτσο μου επάνω.
Κόρη ήταν πανέμορφη που βγήκε σεργιάνι
από τα ανήλιαγα μονοπάτια της καρδιάς,
στις λεωφόρους της αγάπης.
Πρίν σφιχταγκαλιάστηκαν μέσα σου,
ο έρωτας με την αγάπη,
το πάθος με τον πόθο,
η ηδονή με την λαχτάρα,
η προσμονή με το συναπάντεμα,
και σύρανε χορό πάνω σε ξεχασμένες ανάσες,
πάνω σε ξεχασμένες ζωές.
Ένα δάκρυ,μονάχα ένα,κυλισε απο την άκρη του ματιού σου,
ατίμητη προσφορά της ψυχής σου στον έρωτα,
κείνη την στιγμή ήταν ότι ποιο ακριβό είχες,
ότι ποιο όμορφο,
ένα αγνό μα κατακόκκινο λουλούδι
αφημένο στο σκαλοπάτι της ζωής.
Έγειρα στο πρόσωπό σου και με τα χείλη μου
το έκανα δικό μου,
Σ'ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011
ΣΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ
Έδεσε την πληγή του το φεγγάρι πριν να πέσει στης μοναξιάς την θάλασσα,
το πλήγωσαν τα πρέπει,τα μή,τα ίσως,οι συμβιβασμοί,τα ξεφτίδια της ζωής,
έτσι πληγωμένο τον δρόμο της μπέσας θέλησε μέσα της για να χαράξει,
ο λόγος-λόγος,η αλήθεια-αλήθεια,το άσπρο-άσπρο,χμ..και η ψευτιά-ψευτιά.
Ανοίχτηκε μεσοπέλαγα για νάβρει την νεράιδα εκείνη την όμορφη την μπεσαλού
την χωρίς υποσχέσεις,και όχι την άλληνε την παρθενοπουτάνα,που μιά του έταζε ζωές,
και μιά του έστελνε θανάτου γλώσσες,και ένα συνεχώς ακαταλαβίστικο του άφηνε χαμπέρι,
σε καποιανής τάχατις λήτρωσης το χέρι,πως τάχα θα του γυρίσει πίσω όσα του χρωστά,
ψευτιές..
Απόκαμε,ήλθε το όνειρο και αχνόφεξε στα ματοτσίνορά του,μιά ανάσα του ξέφυγε από την καρδιά,και του έδωσε ζωή και ελπίδα,ολόλευκες πεταλούδες λεύτερες μαζύ με σταυραιτούς
πέταξαν στης ζωής το φως,γύρις και δύναμη αντάμα η μορφή σου,και στον ίσκιο σου να αρχοντεύω εγώ ταπεινός προσκυνητής.
το πλήγωσαν τα πρέπει,τα μή,τα ίσως,οι συμβιβασμοί,τα ξεφτίδια της ζωής,
έτσι πληγωμένο τον δρόμο της μπέσας θέλησε μέσα της για να χαράξει,
ο λόγος-λόγος,η αλήθεια-αλήθεια,το άσπρο-άσπρο,χμ..και η ψευτιά-ψευτιά.
Ανοίχτηκε μεσοπέλαγα για νάβρει την νεράιδα εκείνη την όμορφη την μπεσαλού
την χωρίς υποσχέσεις,και όχι την άλληνε την παρθενοπουτάνα,που μιά του έταζε ζωές,
και μιά του έστελνε θανάτου γλώσσες,και ένα συνεχώς ακαταλαβίστικο του άφηνε χαμπέρι,
σε καποιανής τάχατις λήτρωσης το χέρι,πως τάχα θα του γυρίσει πίσω όσα του χρωστά,
ψευτιές..
Απόκαμε,ήλθε το όνειρο και αχνόφεξε στα ματοτσίνορά του,μιά ανάσα του ξέφυγε από την καρδιά,και του έδωσε ζωή και ελπίδα,ολόλευκες πεταλούδες λεύτερες μαζύ με σταυραιτούς
πέταξαν στης ζωής το φως,γύρις και δύναμη αντάμα η μορφή σου,και στον ίσκιο σου να αρχοντεύω εγώ ταπεινός προσκυνητής.
Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011
ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΣΤΙΓΜΕΣ
Το πεύκο ψηλό,θεώρατο,έπινε νερό από την γαλαζοπράσινη θάλασσα. -Έλα,έλα αγαπημένη μου να ξαποστάσουμε λίγο,έλα νεραιδοχαιδεμένη μου,έλα φώς μου.
Καθάρισε ένα μέρος στον πυκνό ίσκιο και την κάλεσε να καθίσει.Δίπλωσε τα πόδια της,και τύλιξε τα χέρια της γύρω στα γόνατά της.Ακούμπησε το μάγουλο πάνω τους,μισόκλεισε τα βλέφαρα.Το φουστανάκι της ανάλαφρο,αέρινο καλοκαιρινό,σηκώθηκε στην μέση των μηρών της.Από κάτω ένα λευκό υφασματάκι έφραζε την είσοδο στην πύλη της ζωής,στην πηγή της αμαρτίας,στο μεθύσι του πόθου.
Εκεί χάνεσαι και ξαναγενιέσαι,εκεί την ομορφιά του έρωτα γεύεσαι,εκεί αστραποβολάς,εκεί μερεύεις.
Κάθισε πλάι της και την αγκάλιασε απο τους ώμους,Σήκωσε το κεφάλι της απο τα γόνατα και το έγειρε στο στήθος του.Την γλυκοφίλησε στα μαλιά,στο μέτωπο,στην άκρη των χειλιών της.Έγειραν πίσω,την πήρε ολάκερη στην αγκαλιά του.Το χάδι του τώρα σε ρυθμούς λατρείας περιδιάβαινε το κορμί της.Την κοίταγε στα μάτια σαν να κοιτούσε την αγαπημένη των θεών.Η ψυχή του ήταν γεμάτη από αγάπη,από αγάπη και έρωτα.Απαλά της ξεκούμπωσε το φόρεμα.Ένα κορμί σμιλεμένο απο τον πόθο φανερώθηκε μπρός του.Το ήξερε μα πάντα το αποζητούσε,όλο και με περισσότερη ένταση.Ζούσε γι αυτό.
Η ηδονή προσπέρασε τα άλλα συναισθήματα,και μπήκε μπροστάρισα στο κυνήγι της
ευτυχίας.Την φιλούσε παντού,πότε σαν προσκήνυμα,και πότε δυνατά αχόρταγα,σαν ν'άτανε η τελευταία φορά.Γλίστρησε μέσα της,και μετά απο λίγο θαρρείς και άφησε εκεί την ψυχή του.Έμεινε να την κρατάει ώρα πολυ στην αγκαλιά του δίχως να ανασαίνει σχεδόν,μη τυχόν ταράξει το όνειρο,μη τυχόν τρομάξει την χαρά.Ενωμένοι καθώς ήταν της ψιθύρισε¨
-Σ'αγαπώ,σ'αγαπώ,σ'αγαπώ.
Καθάρισε ένα μέρος στον πυκνό ίσκιο και την κάλεσε να καθίσει.Δίπλωσε τα πόδια της,και τύλιξε τα χέρια της γύρω στα γόνατά της.Ακούμπησε το μάγουλο πάνω τους,μισόκλεισε τα βλέφαρα.Το φουστανάκι της ανάλαφρο,αέρινο καλοκαιρινό,σηκώθηκε στην μέση των μηρών της.Από κάτω ένα λευκό υφασματάκι έφραζε την είσοδο στην πύλη της ζωής,στην πηγή της αμαρτίας,στο μεθύσι του πόθου.
Εκεί χάνεσαι και ξαναγενιέσαι,εκεί την ομορφιά του έρωτα γεύεσαι,εκεί αστραποβολάς,εκεί μερεύεις.
Κάθισε πλάι της και την αγκάλιασε απο τους ώμους,Σήκωσε το κεφάλι της απο τα γόνατα και το έγειρε στο στήθος του.Την γλυκοφίλησε στα μαλιά,στο μέτωπο,στην άκρη των χειλιών της.Έγειραν πίσω,την πήρε ολάκερη στην αγκαλιά του.Το χάδι του τώρα σε ρυθμούς λατρείας περιδιάβαινε το κορμί της.Την κοίταγε στα μάτια σαν να κοιτούσε την αγαπημένη των θεών.Η ψυχή του ήταν γεμάτη από αγάπη,από αγάπη και έρωτα.Απαλά της ξεκούμπωσε το φόρεμα.Ένα κορμί σμιλεμένο απο τον πόθο φανερώθηκε μπρός του.Το ήξερε μα πάντα το αποζητούσε,όλο και με περισσότερη ένταση.Ζούσε γι αυτό.
Η ηδονή προσπέρασε τα άλλα συναισθήματα,και μπήκε μπροστάρισα στο κυνήγι της
ευτυχίας.Την φιλούσε παντού,πότε σαν προσκήνυμα,και πότε δυνατά αχόρταγα,σαν ν'άτανε η τελευταία φορά.Γλίστρησε μέσα της,και μετά απο λίγο θαρρείς και άφησε εκεί την ψυχή του.Έμεινε να την κρατάει ώρα πολυ στην αγκαλιά του δίχως να ανασαίνει σχεδόν,μη τυχόν ταράξει το όνειρο,μη τυχόν τρομάξει την χαρά.Ενωμένοι καθώς ήταν της ψιθύρισε¨
-Σ'αγαπώ,σ'αγαπώ,σ'αγαπώ.
Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011
ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ
Το ένα δάκρυ που κυλά είναι της χαράς
του άλλου ματιού το δάκρυ του πόνου είναι,
πως σμίγει η ανατολή με το δειλινό
στα φύλλα μέσα της καρδιάς,
και πως η ζωή με το είδωλό της,
πως σμίγει ο έρωτας με την ζωή
και πως με τον θάνατό της ο ίδιος έρως,
πως τον οβολό του αφήνει το όνειρο στο καλαθάκι μπρός της
και πως το κλωτσάει μακριά ένας γκρεμιστής αλήτης,
πως ένα χάδι ζεσταίνει την ψυχή
και πως το ίδιο χάδι γίνεται της παγωμένης μοναξιάς αγέρας,
πως το σκοτάδι γίνεται φώς
και το φώς ξαναγίνεται σκοτάδι,
στο πήγαινε-έλα της αγάπης
από τις ερήμους της στα κατάφυτά της περιβόλια,
πως-πως-πως.
Αντιθέσεις της ζωής,γι αυτό ΖΩΗ σε αγαπάω..
του άλλου ματιού το δάκρυ του πόνου είναι,
πως σμίγει η ανατολή με το δειλινό
στα φύλλα μέσα της καρδιάς,
και πως η ζωή με το είδωλό της,
πως σμίγει ο έρωτας με την ζωή
και πως με τον θάνατό της ο ίδιος έρως,
πως τον οβολό του αφήνει το όνειρο στο καλαθάκι μπρός της
και πως το κλωτσάει μακριά ένας γκρεμιστής αλήτης,
πως ένα χάδι ζεσταίνει την ψυχή
και πως το ίδιο χάδι γίνεται της παγωμένης μοναξιάς αγέρας,
πως το σκοτάδι γίνεται φώς
και το φώς ξαναγίνεται σκοτάδι,
στο πήγαινε-έλα της αγάπης
από τις ερήμους της στα κατάφυτά της περιβόλια,
πως-πως-πως.
Αντιθέσεις της ζωής,γι αυτό ΖΩΗ σε αγαπάω..
Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010
ΑΡΩΜΑ ΖΩΗΣ.
Τι είναι αμαρτία,
Μην είναι το πρόσωπο,
το χάδι,το κορμί σου,
οι ποθοστάλες τάχα της αστήρευτης πηγής σου,
των ηδονών οι κόρφοι σου,
τα λαξεμένια πόδια,
ή άραγε των χεριών σου οι αγκαλιές που σφίγκουν μέσα τους λαχτάρες,
μήπως το ζεστό το χνώτο σου,
ή το μεθυστικό κόκκινο κρασί απο τα κοραλένια σου τα χείλη,
ή πάλι η εξαύλωση ανάμεσα στα δυνατά σου σκέλια,
γυναίκα,γυναίκα,ΓΥΝΑΙΚΑ,ΑΡΩΜΑ ΖΩΗΣ..
Μην είναι το πρόσωπο,
το χάδι,το κορμί σου,
οι ποθοστάλες τάχα της αστήρευτης πηγής σου,
των ηδονών οι κόρφοι σου,
τα λαξεμένια πόδια,
ή άραγε των χεριών σου οι αγκαλιές που σφίγκουν μέσα τους λαχτάρες,
μήπως το ζεστό το χνώτο σου,
ή το μεθυστικό κόκκινο κρασί απο τα κοραλένια σου τα χείλη,
ή πάλι η εξαύλωση ανάμεσα στα δυνατά σου σκέλια,
γυναίκα,γυναίκα,ΓΥΝΑΙΚΑ,ΑΡΩΜΑ ΖΩΗΣ..
Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010
ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ ΤΑ ΒΑΘΗ
Από της λησμονιάς τα βάθη ξέσυρα την μορφή σου,ν'ανταμώσω θέλησα την πεθυμιά με τ'όνειρο,και φανερώθηκες ηλιοστάλακτη με μιάς,εγώ που νόμιζα πως πολύ βαθειά σε είχα κρυμένη και φορτωμένη με αμέτρητα γιατί.
Από της λησμονιάς τα βάθη ξέσυρα την μορφή σου,να μπλέξω θέλησα το άδειο τώρα με το χθές,και γέμισες με μιάς της καρδιάς τους άδειους δρόμους,εγώ που νόμιζα πως εκεί περπάταγε μονοχά η μοναξιά,και δεν χώραγε κανένας άλλος να περάσει.
Από της λησμονιάς τα βάθη ξέσυρα την μορφή σου,ν σμίξω θέλησα τις ομορφιές ανατολής και δύσης,και μένα που φαίνονταν αδύνατο τούτο να συμβεί,ερωτοφορεμένες όλες φανερώθηκαν μπροστά μου,σαν τότες που σε κράταγα αγκαλιά στην ζεστή αμουδιά της αγάπης πάνω,και θωρούσαμε μαζύ τις ομορφιές του κόσμου.
Από της λησμονιάς τα βάθη ξέσυρα την μορφή σου,να δώσω θέλησα πνοή στα ξεθυμασμένα χείλη,και η αγάπη η γοργόφτερη,της καρδιάς η ταξιδεύτρα,μύριες τις έδωσε πνοές,ανάσες να ανασαίνουν,και να επουλώνουν τις πληγές.
Από της λησμονιάς τα βάθη ξέσυρα την μορφή σου,ψέμματα-ψέμματα-ψέμματα,απο της ζωής μου τα περιβόλια ποτέ δεν έφυγες εσύ,από την πρώτη μας ματιά θυμάμαι σε άφησα να τριγυρνάς εκεί, πανέμορφη θεά να στολίζεις την ζωή μου,σ'ευχαριστώ..
Από της λησμονιάς τα βάθη ξέσυρα την μορφή σου,να μπλέξω θέλησα το άδειο τώρα με το χθές,και γέμισες με μιάς της καρδιάς τους άδειους δρόμους,εγώ που νόμιζα πως εκεί περπάταγε μονοχά η μοναξιά,και δεν χώραγε κανένας άλλος να περάσει.
Από της λησμονιάς τα βάθη ξέσυρα την μορφή σου,ν σμίξω θέλησα τις ομορφιές ανατολής και δύσης,και μένα που φαίνονταν αδύνατο τούτο να συμβεί,ερωτοφορεμένες όλες φανερώθηκαν μπροστά μου,σαν τότες που σε κράταγα αγκαλιά στην ζεστή αμουδιά της αγάπης πάνω,και θωρούσαμε μαζύ τις ομορφιές του κόσμου.
Από της λησμονιάς τα βάθη ξέσυρα την μορφή σου,να δώσω θέλησα πνοή στα ξεθυμασμένα χείλη,και η αγάπη η γοργόφτερη,της καρδιάς η ταξιδεύτρα,μύριες τις έδωσε πνοές,ανάσες να ανασαίνουν,και να επουλώνουν τις πληγές.
Από της λησμονιάς τα βάθη ξέσυρα την μορφή σου,ψέμματα-ψέμματα-ψέμματα,απο της ζωής μου τα περιβόλια ποτέ δεν έφυγες εσύ,από την πρώτη μας ματιά θυμάμαι σε άφησα να τριγυρνάς εκεί, πανέμορφη θεά να στολίζεις την ζωή μου,σ'ευχαριστώ..
Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010
ΑΝΕΡΑΣΤΟΙ (απόσπασμα)
...Γιατί σήμερα μου έστειλες την πίκρα αγαπημένη μου,μπάς κα δαύτη όπλο δικό τους είναι;Αν είναι δεν με νοιάζει,μπορώ να το πολεμήσω,μοναχά δικό σου να μην είναι,εκεί αδύναμος είμαι.Όμως δεν είναι όπλο δικό τους η πίκρα.Η πίκρα γεννιέταιαπο συναίσθημα,από αγάπη,από παράπονο αν θές,μα όχι απο κακία,και τούτοι οι ξέκωλοι οι ανέραστοι μόνο αυτήν διαθέτουν.Πίκρα,ποια πίκρα,χιονόμπαλα την έκανα,και την έλειωσα στον κρατήρα του πόθου μας,ας πάνε αλλού να παίξουνε,με ομοίους τους που δεν ξέρουν να αγαπάνε,και το γ..... τους καταναγκασμός είναι και ψευτιά και υποκρισία.Ταξιδεύτρα μου σ'αγαπάω.
Ποιά σκιρτήματα μπορούν να νοιώσουν άραγε αγαπημένη μου,τώρα που βουβά απο μέσα μου μιλώ με σένα,την εικόνα σου φέρνοντας στον νου μου,τότε που σε είδα να βγαίνεις απο την θάλασσα και ταράχτηκε νους,σώμα και ψυχή.Σκίρτησαν ποτέ στην θέα μιάς Αφροδίτης να αναδύεται απο τα κύματα,με τις σταγόνες να στραφταλίζουν πάνω στο ποθεμένο της κορμί,διαμαντόπετρες πανάκριβες;Λαχτάρισαν από πόθο καθώς την είδαν να αφήνεται στο σφιχταγκάλιασμα του ήλιου,με τις ηδονές να πηγάζουν απο κάθε μόριό της,του έρωτα ιδανικό με τους αέρηδες έτοιμους να φουσκώσουν τα πανιά των πόθων και των ηδονών;Κείνοι καλή μου κρυφοκοιτούν με κακία την τοση ομορφιά,και πασχίζουν να μολύνουν την θάλασσα γιατί μολυσμένη είναι η ψυχή τους.Μιάσματα του κόσμου τούτου,άντε να πνιγείτε.Εμεί αρμενίζουμε σε λιμάνια που μας καρτερά η ζωή,με τις λαχτάρες της,τους πόθους της, τους έρωτές της,τους πόνους της,τίς πίκρες,τις χαρές της,ενώ εσάς άβυσσος σας καρτερά και μαύρο σκοτάδι. Με τις υγείες σας.
Ναι αγάπη μου θέλω να τους πω,να τους ρωτήσω θέλω,αν έλειωσαν ποτέ τους στα πόδια της καλής τους από αγάπη,η ξεψύχισαν ακόμη περισσότερο δίχως παράπονο;
Έγειραν ποτέ τους τρυφερά στο στήθος της αγαπημένης τους,ή το κυριότερο γεύτηκαν ποτέ την γλύκα της ζωής βλέποντας μια μάννα να βυζαίνει το βρεφούδι της,ζωή δίνοντάς το απο την ζωή της;Σκληροί καθώς είναι πως αυτο το μεγαλείο να νοιώσουν,ρουφιάνοι της ζωής εσείς μόνο συμφορές ξέρεται να γεννάται.
Ποιά σκιρτήματα μπορούν να νοιώσουν άραγε αγαπημένη μου,τώρα που βουβά απο μέσα μου μιλώ με σένα,την εικόνα σου φέρνοντας στον νου μου,τότε που σε είδα να βγαίνεις απο την θάλασσα και ταράχτηκε νους,σώμα και ψυχή.Σκίρτησαν ποτέ στην θέα μιάς Αφροδίτης να αναδύεται απο τα κύματα,με τις σταγόνες να στραφταλίζουν πάνω στο ποθεμένο της κορμί,διαμαντόπετρες πανάκριβες;Λαχτάρισαν από πόθο καθώς την είδαν να αφήνεται στο σφιχταγκάλιασμα του ήλιου,με τις ηδονές να πηγάζουν απο κάθε μόριό της,του έρωτα ιδανικό με τους αέρηδες έτοιμους να φουσκώσουν τα πανιά των πόθων και των ηδονών;Κείνοι καλή μου κρυφοκοιτούν με κακία την τοση ομορφιά,και πασχίζουν να μολύνουν την θάλασσα γιατί μολυσμένη είναι η ψυχή τους.Μιάσματα του κόσμου τούτου,άντε να πνιγείτε.Εμεί αρμενίζουμε σε λιμάνια που μας καρτερά η ζωή,με τις λαχτάρες της,τους πόθους της, τους έρωτές της,τους πόνους της,τίς πίκρες,τις χαρές της,ενώ εσάς άβυσσος σας καρτερά και μαύρο σκοτάδι. Με τις υγείες σας.
Ναι αγάπη μου θέλω να τους πω,να τους ρωτήσω θέλω,αν έλειωσαν ποτέ τους στα πόδια της καλής τους από αγάπη,η ξεψύχισαν ακόμη περισσότερο δίχως παράπονο;
Έγειραν ποτέ τους τρυφερά στο στήθος της αγαπημένης τους,ή το κυριότερο γεύτηκαν ποτέ την γλύκα της ζωής βλέποντας μια μάννα να βυζαίνει το βρεφούδι της,ζωή δίνοντάς το απο την ζωή της;Σκληροί καθώς είναι πως αυτο το μεγαλείο να νοιώσουν,ρουφιάνοι της ζωής εσείς μόνο συμφορές ξέρεται να γεννάται.
Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010
ΓΥΝΑΙΚΑ
Ελευθερία έτσι ήταν το όνομά της,όνομα και πράμα που λένε,μία γυναίκα γύρω στα σαρανταπέντε.Αντάρτισα και ασυμβίβαστη με το κατεστημένο.Έυκολο της ήταν να κοντραριστεί με ότι της φαίνονταν λοξό.Παντού ήτανε μπροστά,μα δεμένη στο όνειρο για μια καλύτερη ζωή,για μιά ζωή πιο ερωτική,πιο αγαπησιάρικη,κάτω απο τα αμπέχονα η Ελευθερία έκρυβε την Γυναίκα.Την γυναίκα που ξέρει να αγαπάει,ξέρει να δίνεται,ξέρει να χορεύει.Την ζωή,τον πόθο,τον πόνο,τα μεράκια.Μεγάλη δουλειά ο χορός.Στα βήματά του σεργιανάς τα σωθικά σου.Άλλοι παίρνουν τους δρόμους,άλλοι κλαίνε,άλλοι παραδίνονται.Ετούτη τα σεκλέτια της τα έκανε χορό,όπως και τις χαρές της.Σ'ένα τέτοιο χορό την πέτυχα,χόρευε το ζείμπέκικο της Ευδοκίας,βουβά,δίχως λόγια, δίχως τσαλίμια.Σπαραχτικά και λυτρωτικά συνάμα.Κάθε βήμα και ένα αχ,κάθε στροφή κια ένα πέταγμα στον πόνο,λίγο πρωτύτερα είχε χωρίσει.Της χώρισαν τον μισό της εαυτό και τον πήραν μακριά της.Στα σκυψίματα του χορού τα μάτια της βουρκώνανε,στ'ανεβάσματα με τα χέρια διάπλατα,περήφανα κοίταγαν ψηλά.Τα χείλη πότε κλειστά πεισμωμένα,πότε ξέπνοα,πότε ανασανιάρικα,φανέρωναν ότι στοβίλιζε τον νού και την καρδιά της,μα πιότερο απ'όλα τα γιατί.Γιατί τώρα,γιατί ύστερα απο δεκαπέντε χρόνια,γιατί τώρα που ωρίμασε η ζωή.Δεκαπέντε χρόνια ένας ανομολόγητος έρωτας.
Χορός αναστενάρικος.Πάταγε πάνω στα αναμένα κάρβουνα του πόνου και θαρρείς και εξαυλωνόταν.Τ'αναμένα κάρβουνα του πρέπει προ πολλού τα είχε σβήσει στο κατώφλι της καρδιάς της.Έμαθε να ζεί με την ευθύνη του σήμερα,γι αυτό και λαμπάδιασε τα πόδια της και η καρδιά της.Λαμπάδιασε ολάκερη για το αύριο,από το πόνο έβγαλε φως.-Πάμε για άλλα,είπε.Χαμογέλασε,πήρε κουράγιο.Γειά,γειά σου ζωή..
Χορός αναστενάρικος.Πάταγε πάνω στα αναμένα κάρβουνα του πόνου και θαρρείς και εξαυλωνόταν.Τ'αναμένα κάρβουνα του πρέπει προ πολλού τα είχε σβήσει στο κατώφλι της καρδιάς της.Έμαθε να ζεί με την ευθύνη του σήμερα,γι αυτό και λαμπάδιασε τα πόδια της και η καρδιά της.Λαμπάδιασε ολάκερη για το αύριο,από το πόνο έβγαλε φως.-Πάμε για άλλα,είπε.Χαμογέλασε,πήρε κουράγιο.Γειά,γειά σου ζωή..
Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
Το όνειρο τελείωσε,σαν μια εκπληρωμένη αποθυμιά,σαν ένα ταξίδι που τέλειωσε γεμάτο εμπειρίες,σαν την λαχτάρα που ηρεμεί μετα το σόκ,σαν την γλύκα στα χείλη μετά του φιλιού την ηδονή,σαν το μετέωρο χάδι που δεν έχει πιά κορμί για να σκεπάσει,σαν μιά φούχτα νερό στην άκρη μιάς πηγής που στερεύει,σαν τον πόθο που έσβησε μετά την καταιγίδα,σαν της πανσέληνου την ομορφιά που λειώνει σιγά-σιγά και χάνεται,σαν την αγκαλιά που μένει αδειανή κρατώντας μοναχά την ζεστασιά της αγάπης,σαν τον ήλιο που περίλυπος βουτά στα νερά της θάλασσας τα δάκρυά του να ενώσει μαζύ της για να μην φανούν,σαν το λουλούδι που έκλεισε γιατί να το θαυμάσουν δεν είχε μάτια,σαν το πάθος που κλεφτοφιλάει την αγάπη στο κατώφλι της και χάνεται,το όνειρο τελείωσε όμως το ζήσαμε καλή μου,σ'αγαπάω ακόμα..
Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010
ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ
Στο στήθος μου έγειρες,
τα γυμνά σου πόδια λούζονταν στου έρωτα το ακροθαλάσσι
είχα κόψει θυμάμαι,ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,
και καθώς είχες τα βλέφαρα κλειστά στο πλάι σου το έφερα,
θέλησα τις ομορφιές σας να συγκρίνω..
,αγάπη μου,αγάπη μου,αγάπη μου
εσύ μοσχομύριζες ζωή
εσένα ζήλεψε η ομορφιά και έφτιαξε το τριαντάφυλλο
το ομορφότερο των λουλουδιών
η πανσέληνος το σταρένιο σου έκλεψε χρώμα
όμορφη νάναι και εκείνη
σαίτεψε ο έρωτας τον πόθο και τον παρέδωσε στο χάδι σου
στα σκέλια σου πηγαινοέρχονταν οι ηδονές
χυμοί ζωής καθώς τρέχουν στις αρτηρίες της
και εσύ,εσύ αγάπη μου της αγάπης γέννα
έγειρες στο στήθος μου
από την ανάσα σου να ανασαίνω την ζωή μου
σ'ευχαριστώ..
τα γυμνά σου πόδια λούζονταν στου έρωτα το ακροθαλάσσι
είχα κόψει θυμάμαι,ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,
και καθώς είχες τα βλέφαρα κλειστά στο πλάι σου το έφερα,
θέλησα τις ομορφιές σας να συγκρίνω..
,αγάπη μου,αγάπη μου,αγάπη μου
εσύ μοσχομύριζες ζωή
εσένα ζήλεψε η ομορφιά και έφτιαξε το τριαντάφυλλο
το ομορφότερο των λουλουδιών
η πανσέληνος το σταρένιο σου έκλεψε χρώμα
όμορφη νάναι και εκείνη
σαίτεψε ο έρωτας τον πόθο και τον παρέδωσε στο χάδι σου
στα σκέλια σου πηγαινοέρχονταν οι ηδονές
χυμοί ζωής καθώς τρέχουν στις αρτηρίες της
και εσύ,εσύ αγάπη μου της αγάπης γέννα
έγειρες στο στήθος μου
από την ανάσα σου να ανασαίνω την ζωή μου
σ'ευχαριστώ..
Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010
ΘΕΛΩ ΑΚΟΜΗ ΝΑ ΕΛΠΙΖΩ.
Βγήκαμε στους δρόμους,παγωνιά και παγωμένος αέρας να μην καταλαβαίνει απο σκουφιά,κασκόλ,σηκωμένους γιακάδες γιατί παγωμένες ήταν οι ψυχές.
Με τα ξερόχορτα των αδυναμιών μας,ανάψανε φωτιές οι προδότες,όχι απο κείνες που ζεσταίνουν,όχι,μα απο κείνες που λειώνουν τις αντιστάσεις, που εκμαυλίζουν συνειδήσεις,που αγοράζουνε ανύπαρκτα φιλότιμα.
Κοιτώντας τον δρόμο της ανημπόριας που ετσιθελικά μας μάθανε,χάραξαν πάνω τους τις ζωές μας,σακάτικες ζωές κατά πώς θέλανε αυτοί.
Μας κορόιδευαν που κοιτούσαμε τα αστέρια,που υψώναμε τα χέρια στον ουρανό να τα πάρουμε στις παλάμες μας,δώρο πανάκριβο της ψυχής μα και άκοστο να το προσφέρουμε στην αγαπημένη μας,γιατί ξέρανε τις κοντές ασήκωτες αλυσίδες που μας είχανε δεμένους.
Με απανωτά σόκ,διαρκώς δυνατότερα,παραλύσανε την δύναμη του θέλω μας,νέκρωσαν τις επιθυμίες μας,μας απαγόρεψαν τα όνειρα.
Στην αλεθομηχανή του τίποτα οδήγησαν την σκέψη μας,ευτέλισαν τα ιδανικά μας,απαξίωσαν το εγώ μας.
Κορακοζώητοι φτιάχνουν πτώματα για να τραφούν,να γεμίσουν τις σκατοσακκούλες τους,και αφού ρευτούν,και κοιτάξουν ειρωνικά τους κακομοίριδες,να μιλήσουν έπειτα με στόμφο για το καλό του λαού,και χορτάτοι καθώς είναι να πούνε πως φροντίζουμε εμείς για το καλό του.
Πήραν τους σπόρους για το ψωμί μας και το μετέτρεψαν σε σπορά ασθενειών,διατροφική αλυσίδα,ιοί,πυρινικά,ραδιενέργεια,φτώχεια,εξαθλίωση,και μας είπαν-τώρα ζήστε στην κόλασή σας-.
Αυτήν την ζωή μας τάξανε.
Βγήκαμε στους δρόμους,έλα κράτα με σφιχτά στο πλάι μου,να ζεστάνουμε τις ψυχές μας,έλα και εσύ,και εσύ,και εσύ,να γίνουμε πολλοί,φτάνουν πια τα ψέμματα,μας θέλουνε κοματιασμένους,θα μας βρούνε δυνατούς,μπορούμε και πρέπει να ετοιμάσουμε για τα παιδιά μας έναν κόσμο με χρώματα,και όχι νεκροταφείο των ονείρων τους.
Με τα ξερόχορτα των αδυναμιών μας,ανάψανε φωτιές οι προδότες,όχι απο κείνες που ζεσταίνουν,όχι,μα απο κείνες που λειώνουν τις αντιστάσεις, που εκμαυλίζουν συνειδήσεις,που αγοράζουνε ανύπαρκτα φιλότιμα.
Κοιτώντας τον δρόμο της ανημπόριας που ετσιθελικά μας μάθανε,χάραξαν πάνω τους τις ζωές μας,σακάτικες ζωές κατά πώς θέλανε αυτοί.
Μας κορόιδευαν που κοιτούσαμε τα αστέρια,που υψώναμε τα χέρια στον ουρανό να τα πάρουμε στις παλάμες μας,δώρο πανάκριβο της ψυχής μα και άκοστο να το προσφέρουμε στην αγαπημένη μας,γιατί ξέρανε τις κοντές ασήκωτες αλυσίδες που μας είχανε δεμένους.
Με απανωτά σόκ,διαρκώς δυνατότερα,παραλύσανε την δύναμη του θέλω μας,νέκρωσαν τις επιθυμίες μας,μας απαγόρεψαν τα όνειρα.
Στην αλεθομηχανή του τίποτα οδήγησαν την σκέψη μας,ευτέλισαν τα ιδανικά μας,απαξίωσαν το εγώ μας.
Κορακοζώητοι φτιάχνουν πτώματα για να τραφούν,να γεμίσουν τις σκατοσακκούλες τους,και αφού ρευτούν,και κοιτάξουν ειρωνικά τους κακομοίριδες,να μιλήσουν έπειτα με στόμφο για το καλό του λαού,και χορτάτοι καθώς είναι να πούνε πως φροντίζουμε εμείς για το καλό του.
Πήραν τους σπόρους για το ψωμί μας και το μετέτρεψαν σε σπορά ασθενειών,διατροφική αλυσίδα,ιοί,πυρινικά,ραδιενέργεια,φτώχεια,εξαθλίωση,και μας είπαν-τώρα ζήστε στην κόλασή σας-.
Αυτήν την ζωή μας τάξανε.
Βγήκαμε στους δρόμους,έλα κράτα με σφιχτά στο πλάι μου,να ζεστάνουμε τις ψυχές μας,έλα και εσύ,και εσύ,και εσύ,να γίνουμε πολλοί,φτάνουν πια τα ψέμματα,μας θέλουνε κοματιασμένους,θα μας βρούνε δυνατούς,μπορούμε και πρέπει να ετοιμάσουμε για τα παιδιά μας έναν κόσμο με χρώματα,και όχι νεκροταφείο των ονείρων τους.
Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010
TΟ ΜΕΤΕΡΙΖΙ ΤΗς ΑΓΑΠΗΣ
Κράτησα με νύχια και με δόντια το μετερίζι της αγάπης,μάτωσα πολλές φορές από τα πυρρά της αγνωμοσύνης και της αχαριστίας,κουλουριάστηκα στο χώμα,ένα κουβάρι έκανα την ψυχή μου,γιατι με περιτριγύριζε η εγκατάλειψη.Χτύπαγαν και έτριζαν τα δόντια μου τις νύχτες,ο ήχος ήταν της μοναξιάς.
Κράτησα το μετερίζι της αγάπης,πιανόμουν στα χέρια με τον εαυτό μου που μου φώναζε,-φύγε,παράτα τα,δεν αξίζει,μα εγώ έμενα,έμενα εκεί με το όπλο της ζωής στο χέρια.Πείσμωνα,μέσα μου βαθειά ένοιωθα πως θα νικήσω.Είχα βάλει τις όμορφες στιγμές,φαροφύλακες της καρδιάς μου,τις προσμονές μου εργάτες της ψυχής μου που χάραζαν τους καινούργιους μου δρόμους,και πίσω απο το αντικρινό βουνό φανταζόμουν δυό ήλιους να ανατέλλουν αντίς για έναν,ήταν τα μάτια σου.
Κράτησα το μετερίζι της αγάπης,συμμάχησα με την καρτερία,εκτέλεσα μοναχός μου την προδωσία δίνοντάς την συγχώρηση,μα και εξορίζοντάς την στο ξερονήσι της αποστροφής.Στον μικρό χώρο της καρδιάς μου έμαθα να ξεχωρίζω όσα αξίζουν,τις όμορφες ανατολές,τα μαγεμένα δειλινά,τις μουσικές των πουλιών,το γέλιο των παιδιών.Έμαθα να νοιώθω τις μικροχαρές χωρίς να τις αφήνω να περνούν πλάι μου απαρατήρητες,έμαθα τις μικροκακίες να τις πετώ στον γκρεμό των αδυναμιών.
Κράτησα το μετερίζι της αγάπης,κράτησα την καρδιά μου για να έχω καρδιά να σε αγαπάει,αν την έχανα θα έχανα εσένα αγάπη μου,μόνο μια σκιά κάτι σαν μετάνοιωμα σκιάζει λίγο την καρδιά μου,ήταν για κείνη την νύχτα που δεν σε έκανα δική μου,όταν εσύ μου δόθηκες γιατι παραδίπλα ανατινάζονταν ζωές,χωρίς να ξέρω οτι την επόμενη στιγμή μπορεί να ήταν η σειρά μου.
Κράτησα το μετερίζι της αγάπης,για να μπορώ να σε έχω αγάπη μου πρίν να είναι αργά..
Κράτησα το μετερίζι της αγάπης,πιανόμουν στα χέρια με τον εαυτό μου που μου φώναζε,-φύγε,παράτα τα,δεν αξίζει,μα εγώ έμενα,έμενα εκεί με το όπλο της ζωής στο χέρια.Πείσμωνα,μέσα μου βαθειά ένοιωθα πως θα νικήσω.Είχα βάλει τις όμορφες στιγμές,φαροφύλακες της καρδιάς μου,τις προσμονές μου εργάτες της ψυχής μου που χάραζαν τους καινούργιους μου δρόμους,και πίσω απο το αντικρινό βουνό φανταζόμουν δυό ήλιους να ανατέλλουν αντίς για έναν,ήταν τα μάτια σου.
Κράτησα το μετερίζι της αγάπης,συμμάχησα με την καρτερία,εκτέλεσα μοναχός μου την προδωσία δίνοντάς την συγχώρηση,μα και εξορίζοντάς την στο ξερονήσι της αποστροφής.Στον μικρό χώρο της καρδιάς μου έμαθα να ξεχωρίζω όσα αξίζουν,τις όμορφες ανατολές,τα μαγεμένα δειλινά,τις μουσικές των πουλιών,το γέλιο των παιδιών.Έμαθα να νοιώθω τις μικροχαρές χωρίς να τις αφήνω να περνούν πλάι μου απαρατήρητες,έμαθα τις μικροκακίες να τις πετώ στον γκρεμό των αδυναμιών.
Κράτησα το μετερίζι της αγάπης,κράτησα την καρδιά μου για να έχω καρδιά να σε αγαπάει,αν την έχανα θα έχανα εσένα αγάπη μου,μόνο μια σκιά κάτι σαν μετάνοιωμα σκιάζει λίγο την καρδιά μου,ήταν για κείνη την νύχτα που δεν σε έκανα δική μου,όταν εσύ μου δόθηκες γιατι παραδίπλα ανατινάζονταν ζωές,χωρίς να ξέρω οτι την επόμενη στιγμή μπορεί να ήταν η σειρά μου.
Κράτησα το μετερίζι της αγάπης,για να μπορώ να σε έχω αγάπη μου πρίν να είναι αργά..
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)