Ακίνητος αέρας
ακίνητη αγάπη
παράνοια..
αξημέρωτη νύχτα
άφωνες λέξεις
η πλάτη σου
η πλάτη σου γυμνή
έξω από το μαύρο σου φόρεμα
στον αριστερό σου ώμο
μια πεταλούδα που καίγεται
παράνοια
λεηλασία απουσίας..
Ακίνητος αέρας
ακίνητη αγάπη
παράνοια..
αξημέρωτη νύχτα
άφωνες λέξεις
η πλάτη σου
η πλάτη σου γυμνή
έξω από το μαύρο σου φόρεμα
στον αριστερό σου ώμο
μια πεταλούδα που καίγεται
παράνοια
λεηλασία απουσίας..
.κλείνω τα μάτια
για να σε δω μπροστά μου
άλλο δεν έχω τρόπο
ως και το άρωμα μυρίζω τότες του κορμιού σου..ν.κΩφίδης.
Ξενιτεμός είναι
το δάκρυ του δειλινού
στην θάλασσα
ένα αντίο
γραμμένο από την βροχή
στην άμμο
ξενιτεμός είναι
η ποδηλάτησα σε δρόμο πανσέληνου
το άδωστο κρατώντας στην φούστα της
φιλί
μια αγκαλιά
γεμάτη απουσία
το συναπάντεμα
που ξόδεψε μια ζωή
περιμένοντας να δει
τα ματια που αγαπούσε
ξενιτεμός είναι ζωής
του άζηστου του έρωτα το πένθος..
Σε κοίταξα
ξανά στα μάτια
σε κείνη την παλιά σου
ασπρόμαυρη φωτογραφία
σε κείνη που τ'αγάπησα
σαν στα σκοτάδια μου το φως
να σε ρωτήσω αν ξέρεις
αν πονάει η σιωπή
περίμενε είχες πει
θα σου στείλω ένα όνειρο
θα καταλάβεις
περίμενα
χωρίς αποχαιρετισμό
το τέλος με γηρασμένη μοιάζει άνοιξη
που ξανακαρτερά την νιότη της
ανείπωτο αντίο
πως να πιστέψω σε αυτό
πως..
Μια παλίρροια
ένα μαχαίρι
ένα φιλί στην άκρη του γαντζωμένο
ένας ακατανόητος χορός
ένα κλουβί
μία του χρόνου φυλακή
κυκεώνας όλα μέσα μου
φανέρωσέ με πάλι τα χείλη σου
ανελέητη
αυτή η σιωπή των χρυσανθέμων..
Πέρασε καιρός..
κλείνει τις γρίλιες του
μία-μία ο χρόνος
δεν θυμάμαι πια
πόσο έκλαψα
ούτε η απουσία σου
με μαρτυράει πια
άραγε συνήθισα χώρια σου
ή η προσμονή σου γίνεται χαρά
επειδή σε περιμένω ακόμα
μαζί με της νύχτας το λικέρ
κείνο που μοιραζόμασταν οι δυο μας
λίγες λέξεις ρίξε τώρα στο ποτήρι μου
έρχομαι-είμαι εδώ-σε αγαπάω
κείνη την τελευταία
θα την γευτώ
όπως ο μελλοθάνατος την χάρη..
Το άρωμά σου ονειρεύομαι
δεν το τυλίχτηκα ποτέ μου
φαρμάκι και ελιξήριο
ο χρόνος δυνάστης
καρφώνει σημειώματα στην πόρτα μου
πότε
άλλη μια μέρα
χαμένος πάλι
ζωγραφισμένα ειρωνικά χαμόγελα
μωβ πινελιές θλίψης
τελευταία
βρήκα κάτω της μια μαδημένη
ανθοδέσμη
χωρίς σημείωμα
χωρίς κάρτα
χωρίς αρώματα
χωρίς τίποτα
συντριβή
η αιωνιότητα της στιγμής
απαγορεύει τα όνειρα
δυο δάκρυα την έραναν
ποιος ξέρει...
Αμύριστο ακόμη
το φιλί σου
το τραγούδι είναι του φεγγαριού
που σα χάδι χύνεται
τις νύχτες των απουσιών
να σκεπάσει το παράπονο
δεν έχει τέλος
αυτή η ιστορία του έρωτα
θα περιμένω
θα την πιω όλη
από τα χείλη σου
μεθυσμένος ύστερα από ευτυχία
στα γόνατά σου θα γείρω
όπως ανακαθισμένη θα είσαι
στο κρεβάτι του ουρανού
με ολάνοικτο μπροστά
το αραχνούφαντο που φοράς
νυφικό του έρωτα
γοητεία ζωής..
Ξέμεινα
σε ρημαγμένους σταθμούς
με σκουριασμένα τρένα
μαρμαρωμένα όλα
μήτε αγέρι μήτε πουλιά
ούτε εκείνο
το καρτερεμένο που΄ταξες φιλί
όλο και πιότερο
βαθαίνουν οι ρυτίδες
ένα φεγγάρι αγάπησα..
Σε κοιτώ
δεν με βλέπεις
κοιτώ την πλάτη σου
την τιράντα στον ώμο σου
από το μακό σου φανελάκι
τα πόδια σου
κάλεσμα ορφανεμένου έρωτα
την κρεμασμένη στον ώμο πάλι
τσάντα σου
τα μαλλιά σου
που άσκεπη αφήνουν
την καλοκαιρινή μισή σου πλάτη
τι κι αν εσύ
έχεις την θάλασσα μπροστά σου
εγώ έχω εσένα
εικόνες σου
άραγε αγαπηθήκαμε ποτέ..
Οι πλανεμένοι του έρωτα
μένουν έξω
να κινηγάν ανεμοστρόβιλους
τους φοβίζει
της σιγουριάς η σκέπη
το άπιαστο όνειρο θέλουνε ΕΚΕΙΝΗΣ
να το ζωγραφίζουν θέλουνε
με χρώμα από τα μάτια της
να είναι σύννεφο αγέρας ή βροχή
ήλιος ή ανοιξιάτικο λουλούδι
κάτω από την μικρή φρατζούλα
στο μέτωπό της
εν αγνοία της
να έχει κρυμμένη την ζωή του.
Μη φοβάσαι
την οργή των ανέμων
θα κοπάσει
σαν τα παράθυρα της αγάπης εύρει ανοιχτά
σαν βρει τις ξιφολόγχες σκουριασμένες
όταν στα ποτήρια χυθεί κρασί
από μεθυσμένες νύχτες του έρωτα
όταν με την άνοιξη κοντραριστεί
του ερχομού
όταν το βάρος φορτωθεί
μιας άθελης αναχώρησης
μη φοβάσαι
μη φοβάσαι την οργή των ανέμων
φοβάται το φιλί σου
στα χείλη μου
την ανάσα σου
στο ξεψύχισμά μου
μην φοβάσαι
μην φοβάσαι σου λέω
δυο μαζί
μπορούμε να σύρουμε τον κόσμο μας
έξω από τα ερείπιά του..
Πως να σωθώ..
πως να σωθώ
από τόσες καταιγίδες σιωπής
τα ονείρατά μου
το γυμνό σου σώμα
οι γάμπες σου
σαν άγγιζαν τα πόδια σου την γη
από του αυτοκίνητου την ανοιχτή την πόρτα
των μαλλιών σου το τίναγμα
ακόμη και εκείνο
το απαλό σου χάϊδεμα με τα ακροδάχτυλα
στα κρινάκια της παραλίας
οι πατημασιές σου στην υγρή άμμο
ω!!! κι εκείνο το αέρινο φόρεμά σου
ξεκούμπωτο μπροστά στους μηρούς σου
να ανεμίζει από το αεράκι της θάλασσας
άπειρες συλλογιές του νου
από τον ακόπαστο έρωτα
πως να σωθώ
πως να σωθώ μπροστά σε τόση σιωπή
ύστερα από τόση ζωή
πως..